Ψυχωφελές κείμενο
Μπροστά σ' αυτό τό μεγαλείο γονάτισα σάν ανάξιος
Βίος καὶ Λόγοι
Πλατφόρμα ἀναγνώσεως, ἀναζητήσεως καὶ νοηματικῆς πλοηγήσεως πατερικῶν καὶ βιβλικῶν κειμένων
Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.
Χρήση του Αναγνωστηρίου
Γρήγορη εύρεση Αναζητήστε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής.
Αναλυτική επιλογή Επιλέξτε πηγή και κατόπιν συγγραφέα, έργο, κεφάλαιο ή βιβλικό χωρίο.
Εργαλεία μελέτης Κατά την ανάγνωση μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μετάφραση, σελιδοδείκτες, σημειώσεις και τις προσωπικές ρυθμίσεις εμφάνισης.
Ψυχωφελές κείμενο
Βίος καὶ Λόγοι
Απ' τη ζωή μου στον Άγιο Χαράλαμπο θυμάμαι πολλά περιστατικά. Νά σας πω κάτι ωραίο. Τό 'χω ξαναπεί ότι μου άρεσε πολύ τό δάσος. Είχα συνηθίσει στη μοναξιά κι ήθελα να είμαι μόνος. Ήθελα να ζώ έξω, και πιό πολύ τη νύκτα. Γι' αυτό τό λόγο ανέβαινα πάνω σ' έναν πρίνο, ψηλά, πάνω από δυόμισι μέτρα. Έφτιαξα εκεί ένα κρεβάτι με σχίνους. Έκοψα σχίνα και τά έπλεξα με τά κλαδιά του πρινου. Έβαλα από πάνω μία κουβέρτα και τυλιγόμουνα. Ήταν πολύ ωραίο. Ανέβαινα με μία σκάλα, που την είχα φτιάξει μόνος μου, κι όταν έφθανα πάνω, την τραβούσα και κανείς δεν μ' ενοχλούσε. Τό κρεβάτι τό είχε ζώσει μία αγράμπελη, που εύωδιάζαν πολύ ωραία τ' άφθονα άνθη της. Κάτω απ' τόν πρίνο ήταν ένας πλούσιος σχίνος. Απείχε απ' τόν πρίνο, απ' τη ρίζα του πρινου, καναδύο μέτρα με τρία. Ανέβαινα στο κρεβάτι σκαρφαλώνοντας. Εκεί ήμουν όλο προσευχή. Ήμουν αγιορείτης. Ήθελα μοναξιά και Ψαλτήρι. Αλλά και τό «Κύριε Ίησου Χριστέ...». Προσευχόμουν ώρες εκεί στον πρίνο, μες στά λουλούδια της αγράμπελης, πάνω στο σχίνενο κρεβάτι μου.
Ένα βράδυ που σκαρφάλωσα στο κρεβάτι αυτό, τό γεμάτο λουλούδια, έκανα την προσευχή μου. Ήταν νύκτα, μες στην έρημιά. Τό φεγγάρι έλουζε την πλάση. Μέ συνόδευαν τ' άηδονια, που μόλις είχαν ξυπνήσει και κελαηδούσαν. Είπα πολλά απ' τό Ψαλτήρι και κυρίως τό «Κύριε Ίησου Χριστέ, έλεησόν με». Σε μία στιγμή σηκώθηκα όρθιος κι είπα νοερώς τό απόδειπνο. Την ώρα που άρχισα να λέω την ευχή της Παναγίας, έφτιαξα μία εικόνα νοερή της Παναγίας: Πάνω σε έναν ωραίο, θείο και υψηλό θρόνο ή Υπεραγία Θεοτόκος και γύρω γύρω τά τάγματα των αγγέλων, αρχαγγέλων, χερουβείμ, σεραφείμ, των μαρτύρων, των αγίων, των οσίων, των προφητών. Μπροστά σ' αυτό τό μεγαλείο γονάτισα σάν ανάξιος κι άρχισα να λέω δυνατά: «Άσπιλε, άμολυντε, άφθορε, άχραντε, αγνή Παρθένε Θεόνυμφε Δέσποινα...». Δέος, τρόμος με κατέλαβε, όταν μία ακτίνα φωτεινή, που έρχόταν απ' την Παναγία μας, χτυπούσε τό κεφάλι μου, που είχα σκύψει ταπεινά ταπεινά για τη μεγάλη μου αναξιότητα.
Τη στιγμή που τελείωσα την ευχή της Παναγίας και σώπασα, ακούω κάτω απ' τό δέντρο και βγαίνει ένας άνθρωπος. Ήταν ένας άνδρας. Μού λέει:
— Άνθρωπε του Θεού, κατέβα κάτω, σε θέλω.
Κατέβηκα κάτω, με χαιρέτησε. Μού λέει:
— Πεινάω πολύ.
— Τρέχω να σου φέρω, του λέω.
— Άκου να σου πω, μου λέει. Εγώ ήλθα απ' την Αμερική και σκότωσα την γυναίκα μου. Μέ κυνηγήσαν κι εγώ πήρα τά βουνά, μη με συλλάβουνε, αλλά πεθαίνω της πείνας.
Πήγα και του έφερα τρία πρόσφορα. Μου εξήγησε, βέβαια, ότι η γυναίκα του είχε πιάσει φίλο κι αυτός, όταν τ' άκουσε, ήλθε κι έκανε τό κακό. Τό είχε μετανιώσει, αλλά όμως τό έκανε.
— Σε παρακαλώ, άνθρωπε του Θεού, μην πεις που-
θενά τίποτα γιά μένα, μοῦ λέει καὶ χάθηκε στό σκοτάδι.
Ὅταν ξημέρωσε, ἦλθε ἡ ἀστυνομία κι ἔψαχνε. Μέ ρώτησαν ἂν εἶδα κάποιον ἔτσι κι ἔτσι. Μοῦ τὸν περιέγραφαν.
— Ὄχι, λέω, δὲν εἶδα τίποτα.
Αὐτό ποῦ ἐξομολογήθηκε σ' ἐμένα αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἔγινε ἀπ' τὴν χάρι τῆς Παναγίας μας.
Ἀλήθεια σᾶς λέγω, ἦταν μπροστά μου ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος κι ἔστελνε τὴ φωτεινὴ ἀκτίνα της σ' ἐμένα τὸν ταπεινό! Καλογεράκι ἤμουνα, παπᾶς βέβαια, κάπου ἐκεῖ εἴκοσι ἕνα χρονῶ.
Ἔργον
Κείμενο
Ανοίγει το σχετικό χωρίο σε νέο παράθυρο.