Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

Έσκυψα κι ήπια νερό νοερώς

Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

Βίος καὶ Λόγοι

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

—

Ενότητα 55 από 160

Ξεκινήσαμε το σκάψιμο και το χτίσιμο χωρίς νερό. Δεν ήταν εύκολο ν' αρχίσομε από κει. Φτιάξαμε γι' αυτό το λόγο μία μεγάλη δεξαμενή, που έπαιρνε εξακόσια σαράντα κυβικά βρόχινο νερό. Παρόλ' αυτά το νερό της δεξαμενής δεν μάς έφθανε κι αγοράζαμε απ' την Κηφισιά επί πέντε-έξι χρόνια. Πολλά χρήματα έδυναμε κάθε χρόνο για το νερό. Είχαμε φυτεύσει και δέντρα, τα οποία ποτίζαμε με αγοραστό νερό. Ήταν, λοιπόν, ανάγκη ν' ανοίξομε το νερό που «έβλεπα» στο κτήμα. Όμως χρειάζονταν πολλά χρήματα, γιατί ήταν σε μεγάλο βάθος κι έπρεπε να βρεθεί ο κατάλληλος άνθρωπος. Μ' απασχολούσε το θέμα. Έπρεπε να βρεθεί λύση. Ο Θεός τη βρήκε τη λύση. Ακούστε τι συνέβηκε.

Κάποια μέρα ήλθε να με συμβουλευθεί για κάποιο θέμα ένας κύριος. Γι' αυτόν ο Χριστός μου απεκάλυψε ορισμένα οικογενειακά πράγματα. Εκείνος εξεπλάγη, συγκινήθηκε και μου λέγει:

— Αὐτὰ ποὺ μοῦ λέγεις κανείς ἄλλος, ἐκτός ἀπ' τὴν γυναίκα μου, δὲν τὰ ξέρει. Εἶναι πολὺ μυστικά.

Μὲς στὸν ἐνθουσιασμό του μοῦ λέει:

— Τί θέλεις νὰ σοῦ φέρω, Γέροντα;

— Τίποτα.

— Νερό ἔχετε στὸ μοναστήρι; λέει.

— Ὄχι, δὲν ἔχομε.

— Τότε θὰ σᾶς βγάλω νερό. Ἔχω γεωτρύπανο.

— Τί θὰ στοιχίσει; τόνε ρωτάω.

— Τίποτα, μοῦ ἀπαντάει. Ἐγὼ θὰ κάνω ὅλα τὰ ἔξοδα τῆς γεωτρήσεως, θὰ φέρω τρόμπα κ.λπ.

— Ἔ, τοῦ λέω, ἐντάξει, μπροστά στὸν Χριστὸ τὰ λέεις αὐτά.

Κι ἔφυγε.

Φέρνει, λοιπόν, μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες ἕνα μηχάνημα. Βάρεσε μέχρι τριάντα ὄχτω μέτρα βάθος, ἀλλὰ βρήκε ἕνα σκληρὸν βράχο καὶ δὲν ἤθελε νὰ προχωρήσει. Τὸν παρακάλεσα κι ἔφερε ἕνα ἄλλο μηχάνημα πιὸ καλὸ καὶ πῆγε μέχρι τὰ ὀγδόντα μέτρα βάθος. Νερό δὲν βρέθηκε. Πάλι βράχος σκληρὸς καὶ τὸ γεωτρύπανο δὲν προχωροῦσε. Μοῦ λέγει ἀπελπισμένος:

— Γέροντα, δὲν βρίσκω νερό! θὰ φύγω.

— Δὲν πρέπει νὰ φύγεις! τοῦ λέω.

— Πρέπει νὰ φύγω, ἐπανέλαβε.

Τότε κι ἐγώ, ἐπειδὴ ἥμουν τυφλός, παρακάλεσα μία ἀδελφὴ καὶ μὲ πῆγε κάτω, πίσω ἀπ' τὸ σημεῖο ποὺ τρυποῦσαν, καμία εἰκοσιπενταρία μέτρα μακριὰ ἀπ' τὸ σημεῖο τῆς γεωτρήσεως, μέσα στὰ πεῦκα κρυφά, ὥστε νὰ μὴ μὲ βλέπουν. Ἐκεῖ ἔκανα προσευχὴ κι ἐπῆγα καὶ ἤρα τὸ ρεῦμα τοῦ νεροῦ νοερῶς. Ἔκανα τὸ σταυρὸ μου καὶ προσευχόμουν. Ἀπὸ καὶ μέτρησα νοερῶς πόσο βαθιὰ εἶναι τὸ νερό, κατὰ τὴ συνήθειά μου. Γιατί καὶ ἄλλοτε, ὅταν ἤμουν πιὸ νέος, εἶχα βρεῖ νερό σ' ἀνθρώπους ποὺ τὸ ζητοῦσαν καὶ ὄχι μόνον τὸ ἔβρισκα, ἀλλὰ καὶ τὸ δοκίμαζα νοερῶς, ἂν εἶναι καλὸ τὸ νερό, ἂν εἶναι γλυφό, ἀλμυρό ἢ γλυκό κ.λπ. Πῆρα ἕνα μέτρο καὶ μετροῦσα πρὸς τὰ κάτω, νοερῶς δηλαδή. Μέτρησα, «ἕνα, δύο, τρία...». Τὸ νερό ἦταν πολὺ βαθιά, γι' αὐτὸ ἄρχισα νὰ ὑπολογίζω δέκα μέτρα σ' ἕνα ξύλο, πάλι νοερῶς, κι ἔλεγα: «Δέκα, εἴκοσι, τριάντα, σαράντα, πενήντα, ἑκατό...». Αἰσθάνθηκα μεγάλη ἀγαλλίαση. Τὸ ἤρα τὸ νερό ἔστω καὶ τόσο βαθιά! Αἰσθάνθηκα μία χαρὰ ἀνείπωτη. Ἀμέσως σκέφθηκα νὰ τὸ δοκιμάσω, ἂν εἶναι καλό. Ἔσκυψα κι ἤπια νερό νοερῶς. Ἦταν πᾶρα πολὺ ὡραῖο! Εὐχαριστημένος κι ἐνθουσιασμένος γυρίζω στὸ κελλί μου. Σὲ λίγο καλῶ τὸν Νικόλα τὸν Μυτὰ—αὐτὸ ἦταν τὸ ὄνομα αὐτοῦ ποὺ εἶχε τὸ γεωτρύπανο—καὶ τοῦ λέω:

— Θὰ πάεις πᾶρα πολὺ βαθιά.

Μοῦ λέει:

— Θὰ εἶναι βράχος, Γέροντα, δὲν θὰ ὑπάρχει νερό.

Δὲν ἔχω τόσες σωλήνες. Θὰ φύγω!

— Δὲν θὰ φύγεις, τοῦ λέω. Νὰ πάεις νὰ βρεῖς σωλήνες. Δὲν σ' ἀφήνω νὰ φύγεις!

Τὴν ἄλλη μέρα ἔφερε σωλήνες καὶ πῆγε βαθιά, ἐκεῖ ποὺ τοῦ εἶχα πεῖ. Ἐκεῖ βρήκε πηγάδι, νερό ἄφθονο, χωνευτικὸ κι ὡραῖο. Χάρηκε κι ὁ ἴδιος. Κι ἐμεῖς χαρήκαμε ὅλοι μας. Ἦταν εὐλογία Κυρίου. Ἁγίασμα. Κάνεμε παράκληση στη Μεταμόρφωση τοῦ Σωτήρος, για να ευχαριστήσωμε τὸν Κύριο για τὸ μεγάλο θαῦμα. Ἦταν θαῦμα τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου.