Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ἔργον

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης – Σχόλια εἰς τοὺς ἀποστολικοὺς κανόνας

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

Κανόνες ΙΖ΄-ΚΔ΄: Κωλύματα ιερωσύνης, εγγυήσεις και αυτοακρωτηριασμός

Κανονικές διατάξεις και ερμηνεία σχετικά με τα κωλύματα εισόδου στον κλήρο λόγω διγαμίας ή σύναψης αθέμιτων γάμων, την απαγόρευση παροχής εγγυήσεων από κληρικούς και τις ποινές για όσους εκουσίως ακρωτηριάζουν τον εαυτό τους.

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

—

Κεφάλαιο 3 από 9

ΚΑΝΩΝ ΙΖʹ. Ὁ δυσὶ γάμοις συμπλακεὶς μετὰ τὸ βάπτισμα, ἢ παλλακὴν κτησάμενος, οὐ δύναται εἶναι Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος, ἢ ὅλος τοῦ καταλόγου τοῦ ἱερατικοῦ.

Ἑρμηνεία. Ὅσα μὲν ἁμαρτήματα πράξῃ ὁ ἄνθρωπος πρὸ τοῦ βαπτίσματος, δὲν ἠμποροῦν νὰ τὸν ἐμποδίσουν ἀπὸ τὴν ἱερωσύνην, καὶ τὸν κλῆρον, ἐπειδὴ καὶ πιστεύομεν, ὅτι τὰ ἀποπλύνει ὅλα τὸ ἅγιον Βάπτισμα· ὄχι δὲ καὶ ὅσα πράξη ὕστερα ἀφοῦ βαπτισθῇ. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει, ὅτι, ὅποιος, ὑστερότερα ἀπὸ τὸ ἅγιον Βάπτισμα ὑπανδρευθῇ δύω φοραῖς, (ὑπανδρεύεται δὲ δύω φοραῖς ὄχι μόνον ἐκεῖνος ὁποῦ πάρῃ μὲ γάμον δευτέραν γυναῖκα), ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος ὁποῦ μετὰ ἱερολογίας ἀῤῥαβωνιασθῇ δευτέραν γυναῖκα, ἢ πάρῃ μὲ γάμον τὴν ἀῤῥαβωνιασμένην μὲ ἄλλον ἢ ἔχει γυναῖκα παλλακήν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γένῃ Ἀρχιερεύς, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος, ἢ ὁλότελα νὰ συγκαταριθμηθῇ εἰς τὸν κατάλογον, καὶ βαθμὸν τὸν ἱερατικόν.

ΚΑΝΩΝ ΙΗʹ. Ὁ χήραν λαβών, ἢ ἐκβεβλημένην, ἢ ἑταίραν, ἢ οἰκέτιν, ἢ τῶν ἐπὶ σκηνῆς, οὐ δύναται εἶναι Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος, ἢ ὅλως τοῦ καταλόγου τοῦ ἱερατικοῦ.

Ἑρμηνεία. Ἀνίσως εἰς τοὺς ἱερεῖς τῶν Ἰουδαίων ἦτο ἐμποδισμένον, τὸ νὰ λαμβάνουν εἰς γυναῖκας, πόρνην, ἢ διωγμένην ἀπὸ τὸν ἄνδρα της, ἢ ὅλως ἔχουσαν ὄνομα κατηγορημένον: «γυναῖκα γάρ φησι πόρνην, καὶ βεβηλωμένην οὐ λήψονται, καὶ γυναῖκα ἐκβεβλημένην ἀπὸ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς. Ὅτι ἅγιός ἐστι Κυρίῳ τῷ Θεῷ αὐτοῦ. Πόσῳ μᾶλλον εἶναι ἐμποδισμένον τοῦτο εἰς τοὺς ἱερεῖς τοῦ Εὐαγγελίου; Ἰδοὺ γάρ φησι μεῖζον τοῦ ἱεροῦ ᾧδε.» Διὰ τοῦτο καὶ ὁ παρὼν Ἀποστολικὸς Κανὼν διορίζει, ὅτι, ὅποιος πάρῃ γυναῖκα χήραν, ἢ διωγμένην ἀπὸ τὸν ἄνδρα της, ἢ πόρνην, ἢ δούλην, ἢ μίαν ἀπὸ τὰς γυναῖκας ἐκείνας, ὁποῦ εὑρίσκονται εἰς τὰς κωμωδίας καὶ σκηνάς, καὶ ὑποκρίνονται διάφορα πρόσωπα, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γένῃ Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος, ἢ ὅλως νὰ συγκαταριθμηθῇ εἰς τάγμα ἱερατικόν. Ἐπειδὴ ὅλαι αὐταὶ αἱ γυναῖκες εἶναι διαβεβλημέναι, καὶ κατηγορημέναι. Οἱ δὲ ἱερωμένοι πανταχόθεν πρέπει νὰ ᾖναι ἀκατηγόρητοι, καὶ ἀνεπίληπτοι, καθὼς λέγει ὁ μακάριος Παῦλος. Ὁ δὲ γʹ. τῆς ϛʹ. λέγει, ὅτι οἱ Πρεσβύτεροι, Διάκονοι, ἢ Ὑποδιάκονοι, ὁποῦ ἔλαβον χήραν, ἢ μετὰ τὴν χειροτονίαν ἔπεσαν εἰς γάμον παράνομον, οὗτοι χωριζόμενοι ἀπὸ τὰς γυναῖκάς των, νὰ ἀργοῦσιν ἀπὸ τὴν ἱερωσύνην εἰς ὀλίγον καιροῦ διάστημα, καὶ νὰ ἐπιτιμῶνται.

Ἔπειτα νὰ ἐπαναλαμβάνωσι τοὺς οἰκείους τῆς ἱερωσύνης βαθμούς, εἰς μεγαλήτερον ὅμως βαθμὸν νὰ μὴ προκόπτωσιν, ἀγκαλὰ καὶ ἡ ϛʹ. συγκαταβατικῶς οἰκονόμησε τότε τοὺς τοιούτους, ἀπὸ τότε ὅμως καὶ ὕστερον, ὥρισεν ἡ αὐτὴ νὰ κρατῇ πάλιν ὁ παρὼν Ἀποστολικὸς Κανών.

ΚΑΝΩΝ ΙΘʹ. Ὁ δύω ἀδελφὰς ἀγόμενος, ἢ ἀδελφιδήν, οὐ δύναται εἶναι Κληρικός.

Ἑρμηνεία. Ἀπὸ τοὺς γάμους, ἄλλοι μὲν λέγονται ἀθέμιτοι, ὅσοι γίνονται μετὰ συγγενῶν ἢ αἱρετικῶν, ἄλλοι δὲ παράνομοι, καθὼς εἶναι, ὅταν λάβῃ τινὰς εἰς γυναῖκα ἐκείνην, τῆς ὁποίας ὁ πατήρ του ἐστάθη νηπιόθεν ἐπίτροπος, καὶ ἄλλοι κατάκριτοι, καθὼς εἶναι, ὅταν τινὰς λάβῃ εἰς γυναῖκα τὴν ἀφιερωμένην εἰς τὸν Θεόν, Καλογραίαν. Μὲ κοινὸν δὲ ὄνομα, ὅλοι οὗτοι οἱ γάμοι ἠμποροῦν νὰ ὀνομασθοῦν ἄθεσμοι, (καθὼς ἡ ϛʹ. ἐν τῷ γʹ. Κανόνι κοινῶς ἀθέσμους ὀνομάζει τοὺς περιεχομένους γάμους ἐν τῷ ιζʹ. καὶ ιηʹ. Κανόνι τῶν Ἀποστόλων.) ὁ δὲ παρὼν Κανὼν μόνον περὶ ἀθεμίτων γάμων διαλαμβάνει ὁρίζων. Ὅποιος λάβῃ εἰς γυναῖκα δύω ἀδελφάς, ἢ πάρῃ τὴν μεγάλην ἀνεψιάν του, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γένῃ Κληρικός. Δι’ ὅ,τι κάθε ἀθέμιτος γάμος, εἴτε ἐξ αἵματος, εἴτε ἐκ συμπενθερίας εἶναι, ὄχι μόνον ἐμποδίζει τινὰ ἀπὸ τοῦ νὰ μὴ γένῃ Κληρικός, ἀλλὰ καὶ βάλλει ὑποκάτω εἰς ἐπιτίμια. Ὁ γὰρ μέγας Βασίλειος ἀναφέρων τοὺς δύω ἀδελφὰς λαμβάνοντας εἰς τὸν οηʹ. πζʹ. αὐτοῦ Κανόνα, ζʹ. χρόνους κανονίζει νὰ ἀπέχωσι τῶν μυστηρίων, κατὰ τὸν οηʹ. ὁ δὲ βʹ. τῆς ἐν Νεοκαισαρείᾳ διορίζει νὰ ἐξωθῆται τῆς Μεταλήψεως μέχρι θανάτου ἡ γυνὴ ἐκείνη, ὁποῦ πάρῃ δύω ἀδελφούς. Ὁ δὲ κζʹ.

Κανὼν τοῦ μεγάλου Βασιλείου ὁρίζει, ὅτι ὁ Πρεσβύτερος ἐκεῖνος ὁποῦ περιπέσῃ ἐν ἀγνοίᾳ εἰς γάμον ἄθεσμον, ἤτοι ἔχοντα συγγένειαν, νὰ μετέχῃ μόνον τὴν τιμὴν τῆς καθέδρας, ἀπὸ δὲ τὰς ἄλλας ἐνεργείας τῆς ἱερωσύνης νὰ ἀπέχῃ, καὶ οὔτε κρυφίως, οὔτε φανερὰ νὰ εὐλογῇ τινα, ἀλλ’ οὔτε νὰ μεταλαμβάνῃ τινά. Τοῦτον τὸν ἴδιον Κανόνα τοῦ Βασιλείου αὐτολεξεὶ ἀναφέρει ἡ ϛʹ. Σύνοδ. ἐν τῷ κϛʹ. αὐτῆς κανόνι, προσθέτουσα, ὅτι, νὰ χωρίζηται ὁ ἄθεσμος γάμος πρῶτον, καὶ οὕτω νὰ ἔχῃ τὴν τιμὴν τῆς καθέδρας.

Ὁ δὲ εʹ. τοῦ Θεοφίλου λέγει, ὅτι ὁ πρὸ τοῦ βαπτίσματος λαβὼν τὴν ἀνεψιὰν αὐτοῦ, καὶ μετὰ τὸ βάπτισμα χειροτονηθεὶς διάκονος, οὐ καθαίρεται. Ἐὰν ἐκείνη ἀπέθανε, ἢ αὐτὸς ἀφῆκεν αὐτὴν πρὸ τοῦ συνευρεθῆναι σαρκικῶς μὲ αὐτήν. Ὁ δὲ πολιτικὸς νόμος Βιβλ. ξʹ. τίτλ. λζʹ. προστάζει, ὅτι ὅλοι οἱ ἀθέμιτοι γάμοι νὰ χωρίζωνται καὶ νὰ τιμωρῶνται. Οἱ δὲ συνευρισκόμενοι μὲ δύω ἀδελφάς, ἢ μὲ τὴν ἀνεψιάν τους (ὡς ὁ Ἀποστολικὸς οὗτος Κανὼν διακελεύεται) προστάζει νὰ κόπτωνται τὰς μίτας, καὶ νὰ ξυλίζωνται καὶ αὐτοί, καὶ αἱ γυναῖκες ὁποῦ μετ’ αὐτῶν συνεφθάρησαν.

Ἐὰν δὲ καὶ δὲν θελήσουν νὰ χωρίζωνται οἱ τοιοῦτοι, πρέπει μὲ αὐθεντικὴν ἐξουσίαν στανικῶς νὰ χωρίζωνται.

ΚΑΝΩΝ Κʹ. Κληρικὸς ἐγγύας διδούς, καθαιρείσθω.

Ἑρμηνεία. Δύω σημαινόμενα ἔχει, τὸ νὰ δώσῃ τινὰς ἐγγύας, διότι, ἢ δίδει τινὰς τὸν ἑαυτόν του ἐγγυητὴν διὰ ἄλλον, ἢ δίδει ἄλλον ἐγγυητὴν διὰ τὸν ἑαυτόν του. Ὁ δὲ παρὼν Κανὼν κατὰ τὸ πρῶτον σημαινόμενον ἐκλαμβάνων, τὸ νὰ δώσῃ τινὰς ἐγγύας, λέγει· Ὅποιος Κληρικὸς ἤθελε δώσῃ τὸν ἑαυτόν του ἐγγυητὴν διὰ ἄλλον, ἂς καθαίρεται. Ἐπειδή, κατὰ τοῦτον τὸν τρόπον, ἡ γινομένη ἐγγύησις, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τὰ ἀνθρώπινα καταγίνεται καθήκοντα, ἤτοι εἰς ὑποθέσεις τελωνίων, καὶ χαρατσίων, καὶ ὑποθέσεις ἀσπρῶν, καὶ συντόμως εἰπεῖν εἰς τὰς δωσοληψίας τῶν πραγματευτῶν· ἀπὸ τὰ ὁποῖα, βιωτικὰ καὶ κοσμικὰ πράγματα, πρέπει οἱ Κληρικοὶ νὰ ἦναι ἐλεύθεροι· καὶ μάλιστα εἰς τὰς τοιαύτας ἐγγυήσεις ἀκολουθοῦσι καὶ ἄλλοι πολλοὶ πειρασμοί, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν πρέπει αὐτοὶ νὰ ῥίπτουν τὸν ἑαυτόν τους θεληματικῶς. «Ἐὰν γάρ, φησὶν ὁ Παροιμιαστής, ἐγγυήσῃ σὸν φίλον, παραδώσεις σὴν χεῖρα ἐχθρῷ, διὰ τοῦτο λέγει μὴ δίδου σαυτὸν εἰς ἐγγύησιν αἰσχυνόμενος. Ἐὰν γὰρ μὴ ἔχης πόθεν ἀποτίσεις, λήψονται τὸ στρῶμα τὸ ὑπὸ τὰς πλευράς σου.» Διὰ τὰ βιωτικά, ὡς εἴπομεν, κέρδη καὶ πράγματα, δὲν πρέπει νὰ δίδωσιν οἱ Κληρικοὶ τὸν ἑαυτόν τους ἐγγυητήν. Διότι, ἂν καὶ εἴμεθα προσταγμένοι νὰ βάλλωμεν τὴν ψυχήν μας διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ ἀδελφοῦ μας, ὄχι ὅμως εἰς τὰ ἀνθρώπινα καθήκοντα, κατὰ τὸν μέγαν Βασίλειον (ὅρ. κατ’ ἐπιτομ. ρξβʹ.)

Διὰ δὲ τὸ συμφέρον τῶν ἀδελφῶν, κατὰ σκοπὸν τῆς εἰς Θεὸν εὐαρεστήσεως, ὄχι μόνον ἐγγυητὰς πρέπει νὰ δίδωσι τὸν ἑαυτόν τους οἱ Κληρικοί, ἀλλὰ καὶ τὴν ἰδίαν αὐτῶν ψυχήν· χάριν λόγου· ἐὰν ἕνας Κληρικός, ἀπαντήσας ἕνα ὁποῦ τραβίζεται ἀδίκως διὰ νὰ βαλθῇ εἰς φυλακήν, ἐπειδὴ καὶ δὲν ἔχει νὰ δώσῃ κᾀνένα ἐγγυητὴν πρὸς τὸν κριτὴν διὰ λόγου του, ἤθελεν ἐλεήσῃ τὴν συμφοράν του, καὶ δώσῃ τὸν ἑαυτόν του ἐγγυητὴν διὰ τὸν ἀδελφόν, ὁ τοιοῦτος, λέγω, Κληρικός, οὐ μόνον οὐ καθαίρεται, ἀλλὰ καὶ ἐπαινεῖται παρὰ Θεοῦ, καὶ ἀνθρώπων, ὡς πληρώσας Εὐαγγελικὴν καὶ Θείαν ἐντολήν. «Ῥύσασθε γάρ φησιν ἀδικούμενον, καὶ ἀγομένους εἰς θάνατον, καὶ ἐκπριοῦν κτεινομένους μὴ φείσῃ.» Καὶ ταῦτα μὲν διὰ τὸ αʹ. σημαινόμενον, τὸ νὰ μὴ δίδη τις τὸν ἑαυτόν του ἐγγυητὴν διὰ ἄλλον, ὡς εἴρηται. Ἡ δὲ οἰκουμενικὴ δʹ. σύνοδος, κατὰ τὸ βʹ. σημαινόμενον ἐκλαμβάνουσα, τὸ ἐγγύας διδόναι, ἐζήτησεν ἐν τῷ λʹ. αὐτῆς Κανόνι, νὰ δώσουν ἐγγυητὰς ἄλλους διὰ λόγου των οἱ τῆς Αἰγύπτου Ἐπίσκοποι, ὅτι δὲν ἀναχωροῦν ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἕως οὗ νὰ χειροτονηθῇ Ἀλεξανδρείας Ἀρχιεπίσκοπος, καὶ μὲ τοῦτον τὸν τρόπον συμφωνοῦσιν οἱ Κανόνες, ὁ Ἀποστολικὸς δηλ. καὶ ὁ τῆς δʹ. καὶ δὲν ἐναντιόνονται ἀναμεταξύ τους. Ἐπειδὴ ὁ μὲν Ἀποστολικὸς κατ’ ἄλλο σημαινόμενον ἐξέλαβε τὸ ἐγγύας διδόναι, ὁ δὲ τῆς δʹ. κατ’ ἄλλο.

ΚΑΝΩΝ ΚΑʹ. Εὐνοῦχος, εἰ μὲν ἐξ ἐπηρείας ἀνθρώπων ἐγένετο, ἢ διωγμῷ ἀφῃρέθη τὰ τῶν ἀνδρῶν, ἢ οὕτως ἔφυ, καὶ ἔστιν ἄξιος, Ἐπίσκοπος γινέσθω.

Ἑρμηνεία. Εἰς τρία διαιροῦνται οἱ εὐνοῦχοι, εἰς σπάδωνας, θλιβίας, καὶ ἐκτομίας. Καὶ σπάδωνες μὲν εἶναι ἐκεῖνοι ὁποῦ ἐγεννήθησαν ἀπὸ τὴν κοιλίαν τῆς μητρός των, χωρὶς δίδυμα καὶ παιδογόνα μόρια, περὶ τῶν ὁποίων ὁ Κύριος εἶπεν. «Εἰσὶν εὐνοῦχοι, οἵτινες ἐγεννήθησαν οὕτως ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτῶν» (καθὼς ἦν ὁ Δωρόθεος, ὁ τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Ἐκκλησίας πρεσβύτερος, ὡς μαρτυρεῖ Εὐσέβιος ἐκκλησ. Ἱστορ. βιβλ. ζʹ. κεφ. λβʹ), θλιβίαι δὲ εἶναι ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων τὰ παιδογόνα μόρια ἔθλιψαν καὶ ἔσφιγξαν οἱ γονεῖς των, ὅταν ἦτον νήπια, καὶ τὰ ἔκαμαν ἄχρηστα πρὸς παιδοποιΐαν, μὲ τὸ σφίγξιμον ἐκεῖνο, ἐκτομίαι δὲ εἶναι ἐκεῖνοι ὁποῦ ἐπέβαλον τὰ γεννητικὰ μόρια, ἢ μὲ μαχαίρι, ἢ μὲ ἄλλην τέχνην καὶ μηχανήν. Τούτων οὕτω προεγνωσμένων, λέγει ὁ παρὼν Κανών· Ἀνίσως τινὰς καὶ ἔγινεν εὐνοῦχος ἀπὸ κακίαν καὶ βλάβην ἀνθρώπων, ἢ εἰς καιρὸν διωγμοῦ ἐκόπησαν ἀπὸ τοὺς διώκτας τὰ παιδογόνα μόρια τῶν ἀνδρῶν· ἢ ἐγεννήθη ἔτσι ἐκ κοιλίας μητρός του, εἶναι δὲ ἄξιος διὰ ἱερωσύνην, ἂς γίνεται Ἐπίσκοπος, ἐπειδὴ καὶ αὐτὸς δὲν ἔγινεν αἴτιος τοῦ τοιούτου εὐνουχισμοῦ, ἀλλ’ ἢ ὑπὸ τῆς φύσεως, ἢ ὑπὸ τῶν πονηρῶν ἀνθρώπων, ἔπαθε τὸ τοιοῦτον κακόν, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει μάλιστα νὰ ἐλεῆται, καὶ ὄχι νὰ μισῆται, καὶ νὰ παιδεύηται. Περὶ τοῦ εὐνουχισμοῦ ἔτι, διορίζουσι καὶ οἱ ἀκόλουθοι Κανόνες, ὁ κβʹ. κγʹ. καὶ κδʹ. τῶν Ἀποστόλων.

Ὁ δὲ αʹ. τῆς αʹ. συνόδου Κανὼν λέγει, ὅτι, ὅποιος Κληρικὸς διὰ ἀσθένειαν εὐνουχισθῇ ὑπὸ ἰατρῶν, ἢ ὑπὸ βαρβάρων, οὗτος ἂς μένῃ ἐν τῷ κλήρῳ· λαϊκὸς δὲ ὤν, ἂς κληροῦται. Ὅστις δὲ ὑγιὴς ὤν, εὐνούχισε τὸν ἑαυτόν του, οὗτος, Κληρικὸς μὲν ὤν, ἂς παύῃ ἀπὸ τὸ νὰ ἐνεργῇ τὰ τῆς ἱερωσύνης του· λαϊκὰς δὲ ὤν, ἂς μὴ γίνεται Κληρικός. Ὁ δὲ ηʹ. τῆς αʹ. καὶ βʹ. Κανών, τοῦτον τὸν ἴδιον Κανόνα τῆς αʹ. προτιθείς, λέγει· Ὅποιος μὲν Κληρικὸς εὐνουχίσῃ ἄλλον τινά, ἢ αὐτὸς μὲ τὸ χέρι του, ἢ ἄλλον βάλλῃ, ἂς καθαίρεται· ὅποιος δὲ λαϊκὸς κάμῃ τοῦτο, ἂς ἀφορίζηται.

Εἰ δὲ ἱερεῖς, ἢ λαικοί, εὐνουχίσουν τοὺς ἔχοντας πάθος τι, οὐ κατακρίνονται.

ΚΑΝΩΝ ΚΒʹ. Ὁ ἀκρωτηριάσας ἑαυτόν, μὴ γινέσθω Κληρικός· αὐτοφονευτὴς γάρ ἐστιν ἑαυτοῦ, καὶ τῆς τοῦ Θεοῦ δημιουργίας ἐχθρός.

Ἑρμηνεία. Ὁ μὲν ἀνωτέρω εἰρημένος Κανὼν ὁρίζει διὰ τοὺς εὐνουχισθέντας στανικῶς, ὁ δὲ παρὼν διὰ τοὺς εὐνουχισθέντας θεληματικῶς, λέγων· Ὅποιος ἤθελεν εὐνουχίσῃ τὸν ἑαυτόν του μὲ τὸ θέλημά του, ὑγιὴς ὤν, ἢ μὲ τὰ χέριά του, ἢ βάλῃ ἄλλον καὶ τὸν εὐνουχίσῃ, ἂς μὴ γίνεται Κληρικός· ἐπειδὴ αὐτὸς εἶναι μοναχός του φονεὺς τοῦ ἑαυτοῦ του, καὶ ἐχθρὸς τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ. Διότι ὁ μὲν Θεὸς ἐδημιούργησεν αὐτὸν ἄνδρα, μὲ ὅλα τὰ παιδογόνα μόρια· αὐτὸς δὲ ἐκβάλλοντας αὐτά, μεταβάλλει τὸν ἑαυτόν του εἰς μίαν ἀλλόκοτον, καὶ παράξενον φύσιν: ἐπειδή, οὔτε ἄνδρας εἶναι, διατὶ δὲν δύναται νὰ ἐνεργήσῃ τὰ τῶν ἀνδρῶν, καὶ νὰ γεννήσῃ ὅμοιον αὐτῷ ἄνθρωπον· οὔτε πάλιν γυνή, διότι δὲν δύναται τὰ τῶν γυναικῶν νὰ πάθῃ, ἤτοι νὰ ἐγγαστρωθῇ, καὶ νὰ γεννήσῃ ὡς αἱ γυναῖκες, ἀλλὰ τρόπον τινὰ εἶναι ἕνα τρίτον τέρας, καὶ ὡσὰν νὰ εἰπῇ τινάς, εἶναι μέσον ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν· ὅρα καὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ καʹ. Ἀποστολικοῦ.

ΚΑΝΩΝ ΚΓʹ. Εἴ τις Κληρικὸς ὤν, ἑαυτὸν ἀκρωτηριάσοι, καθαιρείσθω. Φονεὺς γάρ ἐστιν ἑαυτοῦ.

Ἑρμηνεία. Καὶ οὗτος ὁ Κανὼν παρομοίως μὲ τὸν ἄνωθεν, περὶ εὐνουχισμοῦ διαλαμβάνει· πλὴν ἐκεῖνος μὲν ὁρίζει νὰ μὴ γίνηται Κληρικός, ὅποιος λαϊκὸς ὤν, ἤθελεν εὐνουχίσῃ τὸν ἑαυτόν του, οὗτος δὲ λέγει, ὅτι ἐὰν τινὰς κληρικὸς ὢν πρότερον, ὕστερον ἤθελεν εὐνουχίσῃ τὸν ἑαυτόν του ὑγιαίνοντα, ἢ ἄλλον βάλῃ καὶ τὸν εὐνουχίσῃ, νὰ καθαίρηται· ἐπειδὴ εἶναι φονεὺς τοῦ ἑαυτοῦ του.

Ὄχι μόνον δὲ οἱ θεῖοι Κανόνες, ἀλλὰ καὶ οἱ πολιτικοὶ νόμοι παιδεύουσιν ἐκείνους ὁποῦ εὐνουχίσουν, ἢ τὸν ἑαυτόν τους, ἢ ἄλλους, μὲ διαφόρους παιδείας, ἤτοι μὲ ἁρπαγὴν τῶν ὑπαρχόντων τους, μὲ ἐξορίαν, μὲ ταυτοπάθειαν, ἤγουν νὰ εὐνουχίζηται καὶ αὐτὸς ὑπ’ ἄλλου ἀνθρώπου. Καὶ ἀνίσως τινὰς δοῦλος ἤθελεν εὐνουχισθῇ, ἂν ᾖναι ὑγιής, ἢ ἄῤῥωστος, προστάζουν οἱ νόμοι νὰ γίνηται ἐλεύθερος. Φώτιος κεφ. ιδʹ. τοῦ αʹ. τίτλ. Ἀνάγνωθι καὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ καʹ. Ἀποστολικοῦ.

ΚΑΝΩΝ ΚΔʹ. Λαϊκὸς ἑαυτὸν ἀκρωτηριάσας, ἀφοριζέσθω ἔτη τρία. Ἐπίβουλος γάρ ἐστι τῆς ἑαυτοῦ ζωῆς.

Ἑρμηνεία. Εἰ δὲ λαϊκὸς εἶναι ἐκεῖνος ὁποῦ ἤθελεν ἀκρωτηριάσῃ, καὶ εὐνουχίσῃ τὸν ἑαυτόν του ὑγιαίνοντα, ἢ ἄλλον βάλῃ καὶ τὸν εὐνουχίσῃ, προστάζει ὁ παρὼν Κανὼν νὰ ἀφορίζηται ἀπὸ τὰ μυστήρια, καὶ ἀπὸ τὴν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ συνάθροισιν τῶν χριστιανῶν χρόνους τρεῖς· ἐπειδὴ μὲ τὸν εὐνουχισμὸν αὐτόν, γίνεται ἐπίβουλος τῆς ζωῆς του.