Διὰ τί, ἂν ἐκεῖνος συμπεραίνῃ, ὅτι ἐμπόδισεν ὁ Νόμος νὰ μὴ παίρνῃ τινὰς τὴν ἀδελφὴν τῆς γυναικός του, ὄχι ἀφ’ οὗ ἀποθάνῃ αὕτη, ἀλλ’ ὅταν ἀκόμη ζῇ, ἄλλος τις ἠμπορεῖ νὰ συμπεράνῃ, ὅτι ἐπειδὴ ὁ Νόμος ἐμπόδισε νὰ μὴ παίρνῃ τινὰς τὴν ἀντίζηλον ἀδελφήν, ἕπεται, ὅτι ἂν αὐτὴ δὲν ἦναι ἀντίζηλος, ἠμπορεῖ νὰ πάρῃ ταύτην, καὶ ὅταν ἀκόμη ἡ γυναῖκά του ζῇ, ταὐτὸν εἰπεῖν, ἠμπορεῖ νὰ λαμβάνῃ τινὰς ἐν τῷ αὐτῷ καιρῷ δύω ἀδελφάς. Εἰ δὲ εἰπῇ τινας, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι γεγραμμένον, ἀποκρινόμεθα, ὅτι οὐδὲ ἐκεῖνο δὲν εἶναι, ἀλλὰ καθὼς τὸ ἕνα συμπεραίνεται ἀπὸ τὴν ἀκολουθίαν τοῦ λόγου, ἔτσι παρομοίως συμπεραίνεται καὶ τὸ ἄλλο. Διὰ τί δὲ ὁ Μωϋσῆς μετὰ διαστίξεως δὲν ἐπροσδιώρισε, τὸ νὰ μὴ παίρνῃ τινὰς τὴν ἀδελφὴν τῆς γυναικός του ἀποθανούσης; λύων τὴν ἀπορίαν ταύτην ὁ Ἅγιος, λέγει, ὅτι δὲν εἶχε σκοπὸν ὁ Μωϋσῆς νὰ περιλάβῃ εἰς τὸ ἀνωτέρω Κεφάλαιον τοῦ Λευϊτικοῦ, κάθε εἶδος συγγενικῶν συνοικεσίων, διὰ νὰ εἰπῇ καὶ αὐτό, ἀλλ’ ἐκεῖνα μόνα ἐμπόδισεν, ὅσα ἔπαιρναν οἱ Αἰγύπτιοι, ἁπὸ τοὺς ὁποίους τότε οἱ Ἑβραῖοι ἔφυγον, καὶ ὅσα ἔπαιρναν οἱ Χαναναῖοι, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐκεῖνοι ἐπήγαιναν. Καὶ πόθεν δῆλον;