Ἑρμηνεία
Ἐρωτήθη ὁ θεῖος οὗτος Πατήρ, ἂν πρέπῃ νὰ γένῃ λειτουργία καὶ μνημόσυνον διὰ ἐκεῖνον τὸν ἄνθρωπον, ὁποῦ ἐφόνευσεν, ἢ ἐκρήμνισεν, ἢ ἔπνιξεν, ἢ ἐκρέμασεν, ἢ κατὰ ἄλλον τρόπον ἐθανάτωσε τὸν ἑαυτόν του, μὴ ἔχωντας τὸν νοῦν σῶον καὶ ὑγιᾶ, εἴτε ἀπὸ δαιμόνιον, εἴτε ἀπὸ ἀσθένειαν, καὶ ἀποκρίνεται μὲ τὸν παρόντα Κανόνα λέγων, ὅτι, ὅποιος Ἱερεὺς καὶ ὅποιος ἄλλος Κληρικὸς προσκαλεσθῇ εἰς τὸ νὰ τὸν μνημονεύσῃ, πρέπει νὰ ἐξετάζῃ καλὰ μὲ ἀκρίβειαν, ἂν τῇ ἀληθείᾳ ὤντας ἔξω ἀπὸ τὰς φρένας του ὁ τοιοῦτος, ἐθανάτωσε τὸν ἑαυτόν του· διότι, πολλαῖς φοραῖς οἱ συγγενεῖς καὶ οἱ οἰκεῖοι τοῦ τοιούτου, θέλοντες νὰ μνημονευθῇ καὶ νὰ ψαλθῇ ἀπὸ τοὺς Ἱερεῖς, καὶ λειτουργία νὰ γένῃ ὑπὲρ τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν του, λέγουν ψεύματα, ὅτι ἦτο ἔξω φρενῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐθανάτωσε τὸν ἑαυτόν του. Μερικαῖς φοραῖς δὲ θανατόνει τινὰς τὸν ἑαυτόν του, ἢ ἀπὸ κᾀμμίαν βλάβην καὶ ἐνόχλησιν ὁποῦ ἔλαβεν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἢ ἀπὸ ὀλιγοψυχίαν καὶ λύπην ὑπερβολικήν, ἢ ἄλλην κᾀμμίαν ἀφορμήν, θέλωντας καὶ ἔχωντας τὸν νοῦν του ὑγιᾶ, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ γένῃ λειτουργία καὶ μνημόσυνον, ἐπειδὴ καὶ ἐστάθη αὐτὸς τοῦ ἑαυτοῦ του φονεύς.