Τὸ μὲν οὖν 〈ῥαβδίον ἢ ὁ ἀκρεμὼν ἢ ὁ βλαστὸς〉 ὁ κατὰ σάρκα ἐπινοούμενος τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἄνθρωπος ἦν, ὁ δ᾽ ἐν αὐτῷ κατοικῶν θεὸς λόγος διὰ τῶν ἑξῆς ἐπιφερομένων δηλοῦται, δι᾽ ὧν εἴρηται· 〈καὶ ἐπαναπαύσεται ἐπ᾽ αὐτὸν πνεῦμα τοῦ θεοῦ, πνεῦμα σοφίας καὶ συνέσεως, πνεῦμα βουλῆς καὶ ἰσχύος, πνεῦμα γνώσεως καὶ εὐσεβείας· καὶ ἐμπλήσει αὐτὸν πνεῦμα φόβου θεοῦ〉· διὰ τούτων γὰρ «τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος» τοῦ μονογενοῦς τοῦ θεοῦ σημαίνεται, περὶ οὗ φασιν οἱ Εὐαγγελισταί· «ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν», καὶ ὁ Ἀπόστολος· «ὅτι ἐν αὐτῷ εὐδόκησε πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς κατοικῆσαι». τῶν μὲν γὰρ λοιπῶν προφητῶν ‹ὁ καθ᾽ εἷς ἴδιόν τι χάρισμα εἰλήφει› καὶ τῶν ἀποστόλων δὲ ὁμοίως ἕκαστος μέρος τι «ἐκ τοῦ πληρώματος» μετείληχεν, αὐτὸς δὲ «τό» που «πλήρωμα τῆς θεότητος», ὃ οὐδεὶς πώποτε ἀνθρώπων κεχώρηκεν ἢ μόνος ὁ 〈ἐκ τῆς ῥίζης Ἰεσσαὶ ἐξελεύσεσθαι〉 προφητευόμενος, ἐν ᾧ τὸ 〈πνεῦμα〉 τοῦ θεοῦ κατῴκησε, περὶ οὗ φησιν ὁ Ἀπόστολος· «ὁ δὲ κύριος τὸ 〈πνεῦμά〉 ἐστιν», 〈πνεῦμα σοφίας καὶ συνέσεως〉, ‹〈σοφία〉› δὲ ἦν ὁ προὼν τοῦ θεοῦ 〈λόγος〉, ‹δι᾽ οὗ τὰ πάντα γέγονε›· «πάντα γὰρ ἐν 〈σοφίᾳ〉 ἐποίησε», καὶ «ὁ θεὸς τῇ 〈σοφίᾳ〉 ἐθεμελίωσε τὴν γῆν», καὶ κατὰ τὸν Ἀπόστολον· «Χριστὸς θεοῦ δύναμις καὶ θεοῦ 〈σοφία〉».
Μετάφραση
Λοιπόν, το 〈ραβδί ή το κλαδί ή ο βλαστός〉 ήταν ο άνθρωπος του Σωτήρα μας που νοείται κατά σάρκα, ενώ ο Θεός Λόγος που κατοικούσε μέσα του φανερώνεται μέσα από όσα ακολουθούν, με τα οποία έχει ειπωθεί: 〈«και θα αναπαυθεί επάνω του το πνεύμα του Θεού, πνεύμα σοφίας και συνέσεως, πνεύμα βουλής και ισχύος, πνεύμα γνώσεως και ευσεβείας· και θα τον γεμίσει πνεύμα φόβου Θεού»〉· διότι μέσω αυτών υποδηλώνεται «το πλήρωμα της θεότητος» του Μονογενούς του Θεού, για το οποίο λένε οι Ευαγγελιστές: «από το πλήρωμά του εμείς όλοι λάβαμε», και ο Απόστολος: «διότι σε αυτόν ευδόκησε να κατοικήσει σωματικώς όλο το πλήρωμα της θεότητος». Διότι, ενώ από τους υπόλοιπους προφήτες ‹ο καθένας είχε λάβει κάποιο ιδιαίτερο χάρισμα›, και από τους αποστόλους ομοίως ο καθένας μετείχε σε κάποιο μέρος «από το πλήρωμα», αυτός είχε «το πλήρωμα της θεότητος», το οποίο κανένας άνθρωπος δεν μπόρεσε ποτέ να χωρέσει, παρά μόνο εκείνος που προφητεύτηκε ότι 〈θα προέλθει από τη ρίζα του Ιεσσαί〉, στον οποίο κατοίκησε το 〈πνεύμα〉 του Θεού, για το οποίο λέει ο Απόστολος: «ο δε Κύριος είναι το 〈πνεύμα〉», 〈πνεύμα σοφίας και συνέσεως〉, και ‹〈σοφία〉› ήταν ο προϋπάρχων 〈Λόγος〉 του Θεού, ‹μέσω του οποίου έγιναν τα πάντα›· «διότι τα πάντα με 〈σοφία〉 τα εποίησε», και «ο Θεός με τη 〈σοφία〉 θεμελίωσε τη γη», και κατά τον Απόστολο: «ο Χριστός είναι η δύναμη του Θεού και η 〈σοφία〉 του Θεού».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες