Καὶ μή τις ὑπολάβῃ τὴν διὰ τῶν ἀποφάσεων ἄνοδον ἐνταῦθα λέγειν τοὺς μεγάλους. Ἐκείνη γὰρ παντός ἐστι τοῦ βουλομένου καὶ τὴν ψυχὴν οὐ μετατάττει πρὸς τὴν τῶν ἀγγέλων ἀξίαν καὶ χωρίζει μὲν ἀπὸ τῶν ἄλλων τὴν διάνοιαν, ἕνωσιν δὲ οὐ δύναται μόνη πρὸς τὰ ἐπέκεινα ποιεῖν. Ἡ δὲ καθαρότης τοῦ παθητικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς, πάντων διὰ τῆς ἀπαθείας ἐνεργῶς χωρίσασα τὸν νοῦν, ἑνοῖ διὰ τῆς προσευχῆς τῇ τοῦ Πνεύματος χάριτι, δι’ ἧς ἐν ἀπολαύσει γίνεται τῶν θείων μαρμαρυγῶν, ἐξ ὧν ἀγγελοειδής τε καὶ θεοειδὴς καθίσταται. Διὸ οἱ μετὰ τὸν μέγαν Διονύσιον πατέρες «αἴσθησιν πνευματικὴν» προσηγόρευσαν αὐτήν, ὃ καὶ αὐτὸ κατάλληλόν ἐστι καὶ ἐμφαντικώτερόν πως τῆς μυστικῆς ἐκείνης καὶ ἀπορρήτου θεωρίας. Τότε γὰρ ὡς ἀληθῶς ὁ ἄνθρωπος Πνεύματι, ἀλλ’ οὐχὶ νῷ, οὐδὲ σώματι ὁρᾷ· καὶ ὅτι μὲν ὁρᾷ φῶς ὑπὲρ φῶς ὑπερφυῶς οἶδεν ἀκριβῶς. Τίνι δὲ τοῦθ’ ὁρᾷ, οὐκ οἶδε τότε, ἀλλ’ οὐδ’ ἐξετάζειν δύναται τὴν τούτου φύσιν, διὰ τὸ ἀνεξιχνίαστον τοῦ Πνεύματος δι’ οὗ ὁρᾷ. Καὶ τοῦτό ἐστιν ὃ καὶ Παῦλος εἶπεν, ἡνίκα ἤκουε τὰ ἄρρητα καὶ ἑώρα τὰ ἀόρατα· «Ἑώρων» γάρ φησιν «εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, εἴτε ἐντὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα»· τουτέστιν οὐκ ᾔδειν εἴτε νοῦς ἦν, εἴτε σῶμα τὸ ὁρῶν. Ὁρᾷ γάρ, οὐκ αἰσθήσει μέν, ὡς ἡ αἴσθησις δὲ τὰ αἰσθητὰ τρανῶς καὶ τρανότερον ἢ αὕτη.
Μετάφραση
Και ας μην υποθέσει κανείς ότι οι μεγάλοι πατέρες εννοούν εδώ την άνοδο μέσω των αποφατικών εννοιών. Διότι εκείνη είναι εφικτή στον καθένα που το επιθυμεί και δεν μεταθέτει την ψυχή στην αξία των αγγέλων, και χωρίζει μεν τη διάνοια από τα άλλα, αλλά μόνη της δεν μπορεί να επιτύχει την ένωση με τα επέκεινα. Η καθαρότητα, όμως, του παθητικού μέρους της ψυχής, αφού χωρίσει ενεργώς τον νου από τα πάντα μέσω της απαθείας, τον ενώνει μέσω της προσευχής με τη χάρη του Πνεύματος, δια της οποίας απολαμβάνει τις θείες ελλάμψεις, εξαιτίας των οποίων καθίσταται αγγελοειδής και θεοειδής. Γι' αυτό οι πατέρες μετά τον μέγα Διονύσιο την ονόμασαν «πνευματική αίσθηση», το οποίο είναι επίσης κατάλληλο και κάπως πιο εκφραστικό για εκείνη τη μυστική και απόρρητη θεωρία. Διότι τότε πραγματικά ο άνθρωπος βλέπει με το Πνεύμα, και όχι με τον νου, ούτε με το σώμα. Και γνωρίζει με ακρίβεια, με τρόπο υπερφυή, ότι βλέπει φως ανώτερο από κάθε φως. Με τι το βλέπει αυτό, δεν το γνωρίζει τότε, αλλά ούτε και μπορεί να εξετάσει τη φύση του, λόγω του ανεξιχνίαστου του Πνεύματος μέσω του οποίου βλέπει. Και αυτό είναι εκείνο που είπε και ο Παύλος, όταν άκουγε τα άρρητα και έβλεπε τα αόρατα: «Έβλεπα», λέει, «είτε εκτός του σώματος δεν γνωρίζω, είτε εντός του σώματος δεν γνωρίζω»· δηλαδή δεν γνώριζε αν εκείνο που έβλεπε ήταν ο νους ή το σώμα. Διότι βλέπει, όχι βέβαια με την αίσθηση, αλλά όπως η αίσθηση βλέπει τα αισθητά καθαρά, και μάλιστα πιο καθαρά από αυτήν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες