εʹ. Ὁ δὲ ἅμα τῷ κράτει, καὶ τὸ εἶναι Θεὸν ἐπιλελησμένος, ἐμάνη, ἐξήφθη τῷ θυμῷ, ἀπεσείσατο τὸν ἔλεγχον· οὐκ ἐμιμήσατο τὸν Δαβίδ, ὅς, ἐπειδὴ ἠλέγχθη παρὰ Νάθαν τοῦ προφήτου ἐπὶ μοιχείας ἐγκλήματι, ἐκείνην προεβάλετο τὴν φωνήν, «ἡμάρτηκα τῷ Κυρίῳ», οὗ διὰ τὴν ταπείνωσιν καὶ Κύριος παρεκβίβασε τὸ ἁμάρτημα· ἀλλά, «Κρατήσας», φησί, «τὸν Ἰωάννην, ἔδησεν αὐτὸν καὶ ἔθηκεν ἐν φυλακῇ». Ἐκράτησε τὸν φιλοσοφίᾳ ἀκράτητον, ὁ κεκρατημένος τῷ πάθει τῆς ἀσελγείας· ἔδησε τὸν ἀπολελυμένον τῇ ἀπροσπαθείᾳ, ὁ δεδεμένος τῇ μαγγανίᾳ τῆς ἀκολασίας· ἔθετο ἐν φυλακῇ τὸν φύλακα καὶ κήρυκα τῆς Ἐκκλησίας, ὁ καθειργμένος τῇ πράξει τῆς ἀκαθαρσίας· «Διὰ Ἡρωδιάδα Φιλίππου τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ»· Ἡρωδιάδα τὴν τῆς Δαλιδὰ ὁμότροπον, καὶ τοῦ διαβόλου συμπράκτορα· αὕτη γὰρ τὸν σύγκοιτον, μᾶλλον δὲ σύνθετον ὤτρυνε πρὸς τὴν τοῦ Ἰωάννου μανίαν· Οὐ φέρω, φησί, κωμωδεῖσθαι, βασίλισσα τυγχάνουσα, ὑπὸ τοῦ παιδὸς Ζαχαρίου· κάθες τὴν γλῶσσαν ἐν φυλακῇ τὴν ἐμὲ στηλιτεύουσαν· κτεῖνον ἐν τάχει αἰχμῇ τὸν ἐμοῦ τὴν ψυχὴν τοῖς λόγοις ὡς βέλεσι τραυματίζοντα. «Καὶ θέλων αὐτὸν ἀποκτεῖναι, ἐφοβήθη τὸν ὄχλον, ὅτι ὥσπερ προφήτην αὐτὸν εἶχον· οὐ γὰρ ἡνίκα βουληθῶσιν οἱ κρατοῦντες πρᾶξαί τι τῶν ἐκτόπων, εὐθὺς τὴν ὁρμὴν εἰς ἔργον ἄγουσιν, αἰδοῖ καὶ φόβῳ τοῦ ὑπηκόου ἀναβαλλόμενοι καὶ κλωθέντες εἰς ἑαυτοὺς τὸν ἐφαρμόζοντα καιρὸν τῆς μοχθηρίας.»
Μετάφραση
εʹ. Αυτός δε, μαζί με την εξουσία, έχοντας λησμονήσει και την ύπαρξη του Θεού, καταλήφθηκε από μανία, άναψε από θυμό, απέρριψε τον έλεγχο· δεν μιμήθηκε τον Δαβίδ, ο οποίος, όταν ελέγχθηκε από τον προφήτη Νάθαν για το έγκλημα της μοιχείας, πρόβαλε εκείνη τη φωνή, «αμάρτησα ενώπιον του Κυρίου», και εξαιτίας αυτής της ταπείνωσης ο Κύριος παραμέρισε το αμάρτημα· αλλά, «αφού συνέλαβε», λέει, «τον Ιωάννη, τον έδεσε και τον έβαλε στη φυλακή». Συνέλαβε αυτόν που ήταν ασύλληπτος χάρη στην πνευματική του φιλοσοφία, αυτός που ήταν κυριευμένος από το πάθος της ασέλγειας· έδεσε αυτόν που ήταν αποδεσμευμένος χάρη στην απάθεια, αυτός που ήταν δεμένος με τη μαγγανεία της ακολασίας· έβαλε στη φυλακή τον φύλακα και κήρυκα της Εκκλησίας, αυτός που ήταν φυλακισμένος στην πράξη της ακαθαρσίας· «Εξαιτίας της Ηρωδιάδας, της συζύγου του Φιλίππου, του αδελφού του»· της Ηρωδιάδας που είχε τους ίδιους τρόπους με τη Δαλιδά, και η οποία ήταν συνεργός του διαβόλου· διότι αυτή παρότρυνε τον ομόκλινό της, ή μάλλον τον συνεργό της, στη μανία εναντίον του Ιωάννη. Δεν ανέχομαι, έλεγε, εγώ που είμαι βασίλισσα, να χλευάζομαι από τον γιο του Ζαχαρία· κλείσε στη φυλακή τη γλώσσα που με στηλιτεύει· σκότωσε γρήγορα με το ξίφος αυτόν που τραυματίζει την ψυχή μου με τα λόγια του σαν να είναι βέλη. «Και ενώ ήθελε να τον σκοτώσει, φοβήθηκε το πλήθος, επειδή τον θεωρούσαν ως προφήτη»· διότι, όταν οι άρχοντες θελήσουν να πράξουν κάτι το άτοπο, δεν κάνουν αμέσως πράξη την ορμή τους, αλλά από ντροπή και φόβο προς τους υπηκόους τους το αναβάλλουν, εξυφαίνοντας μέσα τους την κατάλληλη στιγμή για την κακία τους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες