Τί μήν; Μίαν, ἢ πλείους; ἐγὼ ὑπὲρ σφῷν ἀποκρινοῦμαι. δυοῖν μέν που ἔλαττον μηδὲν τιθῶμεν, τῆς τε εὐεργέτιδος καὶ τῆς τἀναντία δυναμένης ἐξεργάζεσθαι.’ Ὁμοίως δὲ κἀν τῷ Φαίδρῳ τάδε γράφει· ‘Ἔστι μὲν δὴ καὶ ἄλλα κακά, ἀλλά τις δαίμων ἔμιξε τοῖς πλείστοις ἐν τῷ παραυτίκα ἡδονήν.’ Ἀλλὰ κἀν τῷ δεκάτῳ τῶν Νόμων ἄντικρυς τὸ ἀποστολικὸν δείκνυσιν ἐκεῖνο· ‘Οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰ πνευματικὰ τῶν ἐν οὐρανοῖς’· ὧδέ πως γράφων· ‘Ἐπειδὴ γὰρ συνεχωρήσαμεν ἡμῖν αὐτοῖς εἶναι μὲν τὸν οὐρανὸν πολλῶν μεστὸν ἀγαθῶν, εἶναι δὲ καὶ τῶν ἐναντίων, πλειόνων δὲ τῶν μή· μάχη, φαμέν, ἀθάνατός ἐσθ᾽ ἡ τοιαύτη καὶ φυλακῆς θαυμαστῆς δεομένη.’ Κόσμον τε αὖθις τὸν μὲν νοητὸν οἶδεν ἡ βάρβαρος φιλοσοφία, τὸν δὲ αἰσθητόν· καὶ τὸν μὲν ἀρχέτυπον, τὸν δὲ εἰκόνα τοῦ καλοῦ παραδείγματος. καὶ τὸν μὲν ἀνατίθησι μονάδι, ὡς ἂν νοητόν, τὸν δὲ αἰσθητὸν ἑξάδι· γάμος γὰρ παρὰ τοῖς Πυθαγορείοις, ὡς ἂν γόνιμος ἀριθμός, ἡ ἑξὰς καλεῖται. καὶ ἐν μὲν τῇ μονάδι συνίστησιν οὐρανὸν ἀόρατον καὶ γῆν ἁγίαν καὶ φῶς νοητόν. ‘Ἐν ἀρχῇ γάρ,’ φησίν, ‘ἐποίησεν ὁ θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν· ἡ δὲ γῆ ἦν ἀόρατος.’ εἶτ᾽ ἐπιφέρει· ‘Καὶ εἶπεν ὁ θεός· Γενέσθω φῶς, καὶ ἐγένετο φῶς.’ ἐν δὲ τῇ κοσμογονίᾳ τῇ αἰσθητῇ στερεὸν οὐρανὸν ἐδημιούργει (τὸ δὲ στερεὸν αἰσθητόν) γῆν τε ὁρατὴν καὶ φῶς βλεπόμενον.
Μετάφραση
Τι λοιπόν; «Μία, ή περισσότερες; Εγώ θα απαντήσω εκ μέρους σας. Ας υποθέσουμε ότι δεν είναι καθόλου λιγότερες από δύο, τόσο εκείνη που ευεργετεί όσο και εκείνη που μπορεί να απεργάζεται τα αντίθετα». Ομοίως και στον Φαίδρο γράφει τα εξής: «Υπάρχουν βεβαίως και άλλα κακά, αλλά κάποιος δαίμονας έχει αναμείξει στα περισσότερα την άμεση ηδονή». Αλλά και στο δέκατο βιβλίο των Νόμων καταδεικνύει άμεσα εκείνο το αποστολικό ρητό: «Ο αγώνας μας δεν είναι προς αίμα και σάρκα, αλλά προς τα πνευματικά στα επουράνια»· γράφοντας περίπου ως εξής: «Επειδή δηλαδή παραδεχθήκαμε μεταξύ μας ότι ο ουρανός είναι μεν γεμάτος από πολλά αγαθά, είναι όμως γεμάτος και από τα αντίθετα, και μάλιστα περισσότερα είναι τα μη αγαθά· μια τέτοια μάχη, λέμε, είναι αθάνατη και απαιτεί θαυμαστή φρούρηση». Εξάλλου, η βάρβαρη φιλοσοφία γνωρίζει, από τη μια πλευρά, τον νοητό κόσμο, και από την άλλη, τον αισθητό· και τον μεν τον θεωρεί ως αρχέτυπο, τον δε ως εικόνα του καλού παραδείγματος. Και τον μεν τον αποδίδει στη μονάδα, εφόσον είναι νοητός, ενώ τον αισθητό στην εξάδα· διότι στους Πυθαγορείους η εξάδα, ως γόνιμος αριθμός, ονομάζεται γάμος. Και στη μεν μονάδα συγκροτεί τον αόρατο ουρανό και την άγια γη και το νοητό φως. «Στην αρχή δηλαδή», λέει, «εποίησεν ο Θεός τον ουρανό και τη γη· η δε γη ήταν αόρατη». Έπειτα προσθέτει: «Και είπε ο Θεός: Γενηθήτω φως, και εγένετο φως». Στην αισθητή κοσμογονία, όμως, δημιούργησε ένα στερεό ουρανό (και το στερεό είναι αισθητό), μια ορατή γη και ένα φως που βλέπεται.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες