Ἄβραμ δὲ πρὸς τὴν αὐτοῦ πάλιν δρομήσας σκηνήν, κἀκεῖθεν ἀποσκηνώσας ἐλθὼν ἐσκήνωσεν ἐν Χεβρὼν παρὰ τῇ δρυῒ τῇ Μαβρῆ καὶ ᾠκοδόμησεν ἐκεῖ θυσιαστήριον τῷ Κυρίῳ. Ὅρα τὸ φιλόθεον τοῦ δικαίου· πανταχοῦ θυσιαστήρια καὶ θυσίας προσφέρων τῷ Θεῷ, ἐμπαίζων ἑλληνόφρονας πολυθέους, ἕνα καὶ μόνον ὑπάρχειν Θεόν, τὸν αὐτοῦ Θεόν. «Ἐγένετο δὲ ῥῆμα Κυρίου πρὸς Ἄβραμ, ἐν ὁράματι τῆς νυκτός, λέγον· μὴ φοβοῦ Ἄβραμ, ἐγὼ ὑπερασπίζω σου· ὁ μισθός σου πολὺς ἔσται σφόδρα». Ὀλίγων, φησί, λαφύρων καταφρονήσας λαβεῖν ἐκ βασιλέως Σοδόμων, ὁ μισθός σου παρ’ ἐμοὶ «πολὺς ἔσται σφόδρα». Ὁ δὲ ὥσπερ καιρὸν εὑρηκὼς ἐπιτήδειον, τὸ τοῦ σπέρματος δίψος τῆς καρδίας αὐτοῦ ἀποφηνάμενος λέγει· «Δέσποτα, τί μοι δώσεις; ἰδοὺ ἐγὼ ἀπολύομαι ἄτεκνος· ἐπειδὴ γάρ μοι οὐκ ἔδωκας σπέρμα κληρονομήσει με ὁ οἰκογενής μου. Καὶ εὐθὺς φωνὴ λέγουσα πρὸς αὐτόν· οὐ κληρονομήσει σε οὗτος, ἀλλ’ ὃς ἐξελεύσεται ἐκ σοῦ, οὗτός σε κληρονομήσει καὶ ἔσται τὸ σπέρμα σου ὡς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ ἀναρίθμητον. Καὶ ἐπίστευσεν Ἄβραμ τῷ Θεῷ, καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην». Οὐδὲ ἐκρίθη ὅτι, πῶς δυνατὸν ἀναρίθμητόν μοι γενέσθαι τὸ σπέρμα ὡς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ; ἀλλ’ ἐπίστευσεν, ὅτι ἀληθὴς ὁ Θεὸς καὶ ἀδυνατεῖ τούτῳ οὐδέν. «Καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην καὶ εἶπεν αὐτῷ·
Μετάφραση
Ο Άβραμ δε, αφού έσπευσε πάλι προς τη σκηνή του, και αναχωρώντας από εκεί, ήλθε και κατασκήνωσε στη Χεβρών παρά τη δρυ του Μαμβρή και οικοδόμησε εκεί θυσιαστήριο στον Κύριο. Δες τη φιλοθεΐα του δικαίου· παντού ανήγειρε θυσιαστήρια και πρόσφερε θυσίες στον Θεό, περιγελώντας τους ελληνόφρονες πολυθεϊστές, καταδεικνύοντας ότι υπάρχει ένας και μόνος Θεός, ο δικός του Θεός. «Έγινε δε λόγος Κυρίου προς τον Άβραμ, σε όραμα της νύκτας, λέγοντας· μη φοβάσαι Άβραμ, εγώ σε υπερασπίζομαι· ο μισθός σου θα είναι πάρα πολύς». Επειδή, λέγει, περιφρόνησες να λάβεις λίγα λάφυρα από τον βασιλιά των Σοδόμων, ο μισθός σου από εμένα «θα είναι πάρα πολύς». Αυτός δε, σαν να βρήκε τον κατάλληλο καιρό, εκφράζοντας τη δίψα της καρδιάς του για απόγονο, λέγει· «Δέσποτα, τι θα μου δώσεις; Ιδού εγώ απέρχομαι άτεκνος· επειδή, λοιπόν, δεν μου έδωσες σπέρμα, θα με κληρονομήσει ο οικιακός υπηρέτης μου». Και ευθύς ακούστηκε φωνή που του έλεγε· δεν θα σε κληρονομήσει αυτός, αλλά εκείνος που θα προέλθει από εσένα, αυτός θα σε κληρονομήσει και θα είναι το σπέρμα σου αναρίθμητο ως τα άστρα του ουρανού. Και πίστεψε ο Άβραμ στον Θεό, και λογίστηκε σε αυτόν ως δικαιοσύνη». Ούτε καν διερωτήθηκε, πώς είναι δυνατόν να γίνει το σπέρμα μου αναρίθμητο ως τα άστρα του ουρανού; Αλλά πίστεψε ότι ο Θεός είναι αληθινός και τίποτε δεν είναι αδύνατον σε Αυτόν. «Και λογίστηκε σε αυτόν ως δικαιοσύνη και του είπε·
Περισσότερα
Λεπτομέρειες