ϛʹ. Ἄκουε γοῦν οἷα ἐπέταξεν· Ἂν ἀφῇς τῷ πλησίον, ἀφίημί σοι κἀγὼ, φησί. Ποίαν τοῦτο δυσκολίαν ἔχει; Κρίνατε ὀρφανῷ, καὶ δικαιώσατε χήραν· καὶ δεῦτε, καὶ διαλεχθῶμεν, φησὶ, καὶ ἐὰν ὦσιν αἱ ἁμαρτίαι ὑμῶν ὡς φοινικοῦν, ὡς χιόνα λευκανῶ. Ποῖον τοῦτο ἔχει μόχθον; Λέγε σὺ τὰς ἁμαρτίας σου, ἵνα δικαιωθῇς. Τίνα τοῦτο δυσκολίαν ἔχει; Τὰς ἁμαρτίας σου ἐν ἐλεημοσύναις λύτρωσαι. Ποῖος τοῦτο ἱδρώς; Εἶπεν ὁ τελώνης, Ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ, καὶ κατῆλθε δεδικαιωμένος. Ποῖος πόνος μιμήσασθαι τὸν τελώνην; Ἀλλ᾽ οὐ βούλει πεισθῆναι οὐδὲ μετὰ τοσαῦτα, ὅτι κόλασίς ἐστι καὶ τιμωρία;
Μετάφραση
ΣΤ΄. Άκου λοιπόν τι πρόσταξε: Αν συγχωρήσεις τον πλησίον σου, λέει, θα συγχωρήσω κι εγώ εσένα. Τι δυσκολία έχει αυτό; «Αποδώστε δικαιοσύνη στο ορφανό, και δικαιώστε τη χήρα· και ελάτε να διαλεχθούμε», λέει, «και αν οι αμαρτίες σας είναι κατακόκκινες, θα τις λευκάνω σαν το χιόνι». Τι μόχθο έχει αυτό; «Ομολόγησε εσύ τις αμαρτίες σου, για να δικαιωθείς». Τι δυσκολία έχει αυτό; «Εξαγόρασε τις αμαρτίες σου με ελεημοσύνες». Τι ιδρώτα απαιτεί αυτό; Είπε ο τελώνης: «Σπλαχνίσου με τον αμαρτωλό», και κατέβηκε δικαιωμένος. Τι κόπος είναι να μιμηθείς τον τελώνη; Αλλά δεν θέλεις να πειστείς ούτε μετά από τόσα, ότι υπάρχει κόλαση και τιμωρία;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες