Τίνι τοίνυν δεῖ προσθέσθαι, πάλιν λεγέτωσαν· τοῖς τοῦ Κυρίου ῥήμασιν ἢ ταῖς αὐτῶν μυθολογίαις; Τίνων δὲ δεῖ μιμεῖσθαι τὰς πράξεις· τῶν ἁγίων ἢ ὧν ἂν ἐπινοήσωσιν αὐτοί; Ἐπειδὴ δὲ ἴσως οὐδὲ ταῦτα διακρίνειν αὐτοὶ δύνανται (πεπήρωνται γὰρ τὴν διάνοιαν καὶ τὴν συνείδησιν, ὡς εἶπεν Ἡσαίας, καὶ νομίζουσι «τὸ πικρὸν εἶναι γλυκὺ καὶ τὸ φῶς σκότος»), παρελθών τις ἐξ ἡμῶν Χριστιανὸς ἐντρεψάτω τούτους μεγάλῃ τῇ φωνῇ λέγων· «ἀγαθὸν πεποιθέναι ἐπὶ Κύριον», ἢ ταῖς τούτων προσέχειν μωρολογίαις. Τὰ μὲν γὰρ τοῦ Κυρίου ῥήματα ζωὴν αἰώνιον ἔχει, τὰ δὲ παρὰ τούτων προφερόμενα πανουργίας καὶ αἱμάτων ἐστὶ μεστά.
Μετάφραση
Με ποιον, λοιπόν, πρέπει να συνταχθεί κανείς; Ας πουν πάλι: με τα λόγια του Κυρίου ή με τις δικές τους μυθολογίες; Και ποιων τις πράξεις πρέπει να μιμείται κανείς: των αγίων ή εκείνων που οι ίδιοι επινοούν; Επειδή όμως ίσως ούτε αυτά δεν μπορούν να διακρίνουν (διότι έχουν τυφλωθεί ως προς τη διάνοια και τη συνείδηση, όπως είπε ο Ησαΐας, και θεωρούν «το πικρό γλυκό και το φως σκοτάδι»), ας προέλθει κάποιος Χριστιανός από εμάς και ας τους καταισχύνει λέγοντας με δυνατή φωνή: «είναι αγαθό να εμπιστεύεται κανείς τον Κύριο», παρά να δίνει προσοχή στις δικές τους μωρολογίες. Διότι τα μεν λόγια του Κυρίου έχουν ζωή αιώνια, ενώ όσα προφέρονται από αυτούς είναι γεμάτα πανουργία και αίματα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες