ὅτι γὰρ οὐ κτίσμα οὐδὲ ποίημα φρονεῖ τὸν υἱὸν εἶναι (καὶ γὰρ καὶ ἐν τούτῳ τεθρυλήκασιν αὐτόν), οὕτως ἐν τῷ δευτέρῳ βιβλίῳ φησίν· «ἐὰν δέ τις τῶν συκοφαντῶν, ἐπειδὴ τῶν »ἁπάντων ποιητὴν τὸν θεὸν καὶ δημιουργὸν εἶπον, οἴηταί με καὶ τοῦ Χριστοῦ λέγειν, «ἀκουσάτω μου πρότερον πατέρα φήσαντος αὐτόν, ἐν ᾧ καὶ ὁ υἱὸς προσγέγραπται. »μετὰ γὰρ τὸ εἰπεῖν πατέρα ποιητὴν ἐπαγήοχα· καὶ οὔτε πατήρ ἐστιν ὢν ποιητής, «εἰ κυρίως ὁ γεννήσας πατὴρ ἀκούοιτο (τὴν γὰρ πλατύτητα τῆς τοῦ πατρὸς προσηγορίας» ἐν τοῖς ἑξῆς ἐπεξεργασόμεθα), οὔτε ποιητὴς ὁ πατήρ, εἰ μόνος ὁ χειροτέχνης «ποιητὴς λέγοιτο. παρ᾽ Ἕλλησι γὰρ ποιηταὶ καὶ τῶν ἰδίων καλοῦνται λόγων οἱ σοφοί· »καὶ ποιητὰς ὁ ἀπόστολος εἶπε νόμου· καὶ τῶν ἐγκαρδίων γὰρ ἀρετῆς ἢ κακίας ποιηταὶ «καθίστανται, ὡς εἶπεν ὁ θεός· ‹ἔμεινα τοῦ ποιῆσαι κρίσιν, ἐποίησε δὲ ἀνομίαν›».
Μετάφραση
Διότι το γεγονός ότι δεν θεωρεί τον Υιό κτίσμα ούτε δημιούργημα (επειδή και για αυτό το ζήτημα έχουν διαδώσει κατηγορίες εναντίον του), το δηλώνει ως εξής στο δεύτερο βιβλίο: «Εάν δε κάποιος από τους συκοφάντες, επειδή ονόμασα τον Θεό ποιητή και δημιουργό των πάντων, νομίσει ότι το λέω αυτό και για τον Χριστό, ας ακούσει προηγουμένως ότι τον αποκάλεσα Πατέρα, όνομα στο οποίο εμπεριέχεται και ο Υιός. Διότι, αφού τον ονόμασα Πατέρα, πρόσθεσα έπειτα τον χαρακτηρισμό του ποιητή· και ούτε αυτός που είναι ποιητής είναι πατέρας, εάν η λέξη πατέρας νοείται κυριολεκτικά για αυτόν που γέννησε (διότι το εύρος της προσηγορίας του Πατέρα θα το αναλύσουμε στη συνέχεια), ούτε ο πατέρας είναι ποιητής, εάν ποιητής ονομάζεται αποκλειστικά ο χειροτέχνης. Διότι και μεταξύ των Ελλήνων, οι σοφοί ονομάζονται ποιητές των ιδίων τους των λόγων· και ο Απόστολος μίλησε για "ποιητές του νόμου"· διότι (οι άνθρωποι) καθίστανται ποιητές (πράττοντες) της αρετής ή της κακίας που ενυπάρχει στην καρδιά τους, όπως είπε ο Θεός: "Περίμενα να ποιήσει κρίση (δικαιοσύνη), αυτή δε εποίησε ανομία"».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες