ἆρ᾽ οὐχὶ πᾶσίν ἐστι καταφανὲς, ὅτι καταβέβηκεν εἰς τὸ δοῦλον, αὐτὸς οὐχ ἑαυτῷ τοῦτό τι διὰ τούτου προξενῶν, ἀλλ᾽ ἡμῖν ἑαυτὸν χαριζόμενος “ἵνα ἡμεῖς ”τῇ αὐτοῦ πτωχείᾳ πλουτήσωμεν,” ἀνατρέχοντες διὰ τῆς πρὸς αὐτὸν ὁμοιότητος εἰς τὸ ἴδιον αὐτοῦ καὶ ἐξαίρετον ἀγαθὸν, θεοί τε καὶ Θεοῦ τέκνα διὰ τῆς πίστεως ἀναφαινώμεθα; ἐσκήνωσε γὰρ ἐν ἡμῖν ὁ κατὰ φύσιν Υἱὸς καὶ Θεός· διὸ καὶ ἐν τῷ Πνεύματι αὐτοῦ “κράζομεν Ἀββᾶ ὁ πατήρ·” σκηνοῖ δὲ ὁ Λόγος ὡς ἐν πᾶσιν, ἐν ἑνὶ τῷ δι᾽ ἡμᾶς καὶ ἐξ ἡμῶν ληφθέντι ναῷ, ἵνα πάντας ἔχων ἐν ἑαυτῷ, “ἀποκαταλ- ”λάξῃ πάντας ἐν ἑνὶ σώματι πρὸς τὸν Πατέρα,” καθάπερ ὁ Παῦλός φησι. <Καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς Μονογενοῦς παρὰ Πατρὸς, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας.> Σάρκα γεγενῆσθαι τὸν Λόγον εἰπὼν, τουτέστιν ἄνθρωπον, καὶ, εἰς ἀδελφότητα καταγαγὼν τὴν πρὸς τὰ δοῦλα καὶ ποιήματα, φυλάττει καὶ οὕτως ἀκέραιον αὐτῷ τὸ θεοπρεπὲς ἀξίωμα, καὶ τῆς ἐνούσης αὐτῷ πατρικῆς ἰδιότητος ἀναπλέω πάλιν ὄντα δεικνύει. πέπηγε γὰρ ὄντως ἡ θεία φύσις ἐφ᾽ ἑαυτῇ, τὴν ἐφ᾽ ἕτερόν τι παρατροπὴν οὐκ ἀνεχομένη παθεῖν, ἔχουσα δὲ μᾶλλον ὡσαύτως ἀεὶ, καὶ ἐν τοῖς ἰδίοις ἑστῶσα πλεονεκτήμασιν.
Μετάφραση
Δεν είναι άραγε ολοφάνερο σε όλους, ότι κατέβηκε στην κατάσταση του δούλου, χωρίς να προσπορίζει κάτι για τον εαυτό του μέσω αυτού, αλλά χαρίζοντας τον εαυτό του σε εμάς, «ώστε εμείς με τη δική του φτώχεια να πλουτήσουμε», ανυψούμενοι μέσω της ομοιότητας προς αυτόν στο δικό του και ξεχωριστό αγαθό, για να αναδειχθούμε θεοί και τέκνα Θεού μέσω της πίστεως; Διότι κατοίκησε ανάμεσά μας ο κατά φύση Υιός και Θεός· γι' αυτό και εν τω Πνεύματι αυτού «κράζουμε Αββά ο πατήρ»· και κατοικεί ο Λόγος, τρόπον τινά σε όλους, μέσα στον έναν ναό που προσέλαβε για εμάς και από εμάς, ώστε, έχοντας τους πάντες μέσα στον εαυτό του, «να συμφιλιώσει τους πάντες με ένα σώμα προς τον Πατέρα», όπως ακριβώς λέει ο Παύλος. <Και είδαμε τη δόξα του, δόξα ως Μονογενούς από τον Πατέρα, γεμάτου από χάρη και αλήθεια.> Λέγοντας ότι ο Λόγος έγινε σάρκα, δηλαδή άνθρωπος, και συγκαταβιβάζοντάς τον σε αδελφότητα με τους δούλους και τα δημιουργήματα, διαφυλάττει ακόμη και έτσι ακέραιο σε αυτόν το θεοπρεπές αξίωμα, και τον δείχνει να είναι πάλι πλήρης από την πατρική ιδιότητα που υπάρχει μέσα του. Διότι η θεία φύση είναι πράγματι σταθερά εδραιωμένη στον εαυτό της, μη ανεχόμενη να υποστεί την παραμικρή τροπή σε κάτι άλλο, αλλά παραμένοντας μάλλον πάντοτε αναλλοίωτη και στηριγμένη στα δικά της ιδιώματα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες