Προθεὶς γὰρ τὸ ἀποστολικὸν ἐκεῖνο, «ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν», «εἰ γὰρ ἐπὶ τοῦ πυρός», φησίν, «ἔνθα οὐσία ἐστὶ τὸ μεριζόμενον καὶ σῶμα, καὶ μερίζομεν καὶ οὐ μερίζομεν αὐτό, πόσῳ μᾶλλον ἐπὶ τῆς ἐνεργείας, καὶ ἐνεργείας τῆς ἐξ ἀσωμάτου οὐσίας». Ἔτι τὸ τινὸς μετέχον κατ’ οὐσίαν, κοινὴν ἀνάγκη μετὰ τοῦ μετεχομένου τὴν οὐσίαν ἔχειν, καὶ κατά τι τὴν αὐτήν. Τίς οὖν ποτ’ ἤκουσε μίαν εἶναι θεοῦ καὶ ἡμῶν κατά τι τὴν οὐσίαν;
Μετάφραση
Διότι, αφού παρέθεσε εκείνο το αποστολικό χωρίο, «από το πλήρωμά του όλοι εμείς λάβαμε», λέει: «διότι, αν στην περίπτωση της φωτιάς, όπου αυτό που μερίζεται είναι ουσία και σώμα, και τη μερίζουμε και δεν τη μερίζουμε, πόσο μάλλον συμβαίνει αυτό στην περίπτωση της ενέργειας, και μάλιστα ενέργειας από ασώματη ουσία». Επιπλέον, αυτό που μετέχει σε κάτι κατά την ουσία, είναι ανάγκη να έχει κοινή ουσία με αυτό στο οποίο μετέχει, και κατά κάποιο τρόπο την ίδια. Ποιος, λοιπόν, άκουσε ποτέ ότι η ουσία του Θεού και η δική μας είναι κατά κάποιο τρόπο μία;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες