Νῦν δὲ ἐπειδὴ ηὐξάμην παρελθεῖν τὸ ποτήριον τοῦ θανάτου, ἵνα μὴ νομίσας διὰ τῆς εὐχῆς μου παρέρχεσθαι τὸ ποτήριον, χαῦνος γένηται περὶ τὸ πρᾶγμα τοῦ σταυροῦ, τῆς εὐχῆς μου τὴν ἔκβασιν ἀμφίβολον ποιῶ, καὶ λέγω, Πλὴν οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ᾽ ὡς σύ. Τῷ Πατρί μου προσάπτω τοῦ θανάτου τὴν ἐξουσίαν· καίτοι αὐτὸς ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι τὴν ψυχήν μου, καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτήν. Κρύπτω τὸ θεϊκόν μου ἀξίωμα πετάλοις λογικοῖς· κρύπτω τὸ ἐξουσιαστικόν μου τῆς θεότητος λόγοις ἀνθρωπίνοις· λέγω, Οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ᾽ ὡς σύ. Οὐκ οἶδεν ὁ τυφλὸς, ὅτι τὸ ἐμὸν θέλημα καὶ τὸ τοῦ Πατρός μου ἕν ἐστι. Πάντα γὰρ ὅσα ἔχει ὁ Πατὴρ, ἐμά ἐστι· καὶ, Ἐγὼ καὶ ὁ Πατὴρ ἕν ἐσμεν. Πλὴν οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ᾽ ὡς σύ. Κρεμάσει τὸν κόκκον τοῦ σίτου, καὶ ὅταν καταπίῃ με, ὄψει αὐτὸν ὑπὸ τοῦ ἐντρίτου σχοινίου δεινῶς ἀπαγχόμενον.
Μετάφραση
Τώρα όμως, επειδή προσευχήθηκα να παρέλθει το ποτήριο του θανάτου, για να μη νομίσει ότι εξαιτίας της προσευχής μου θα παρέλθει το ποτήριο και γίνει αμελής ως προς το ζήτημα του σταυρού, καθιστώ την έκβαση της προσευχής μου αμφίβολη, και λέγω: «Πλην όμως όχι όπως εγώ θέλω, αλλά όπως εσύ». Στον Πατέρα μου αποδίδω την εξουσία του θανάτου· μολονότι εγώ ο ίδιος έχω την εξουσία να παραδώσω την ψυχή μου, και έχω την εξουσία να τη λάβω πάλι. Κρύβω το θεϊκό μου αξίωμα με λογικά πέταλα· κρύβω την κυριαρχία της θεότητάς μου με λόγια ανθρώπινα· λέγω: «Όχι όπως εγώ θέλω, αλλά όπως εσύ». Δεν γνωρίζει ο τυφλός ότι το δικό μου θέλημα και του Πατέρα μου είναι ένα. Διότι όλα όσα έχει ο Πατέρας, είναι δικά μου· και, «Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα». «Πλην όμως όχι όπως εγώ θέλω, αλλά όπως εσύ». Θα κρεμάσει τον κόκκο του σιταριού, και όταν με καταπιεί, θα τον δεις να απαγχονίζεται οικτρά από το τρίκλωνο σχοινί.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες