Ὅταν μὲν γὰρ λέγῃ ὁ Κύριος· Ἐγὼ ἐπιτάσσω σοι· καὶ, Θέλω, καθαρίσθητι· καὶ, Ὁ Πατὴρ ἐν ἐμοὶ, κἀγὼ ἐν τῷ Πατρί· καὶ, Ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ, ἑώρακε τὸν Πατέρα· καὶ, Ἐγὼ καὶ ὁ Πατὴρ ἕν ἐσμεν· καὶ, Οὐδεὶς οἶδε τὸν Υἱὸν, εἰ μὴ ὁ Πατήρ· καὶ, Πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστι, καὶ τὰ σὰ ἐμά· καὶ, Δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς· καὶ ὅσα τοιαῦτα τὴν ἐπέκεινα πάσης φύσεώς τε καὶ ἐξουσίας ἐνδείκνυται δύναμιν. Ἐπειδὰν δὲ πρὸς τὸ ἀσθενὲς τῆς ἡμετέρας φύσεως ἐπικλίνῃ τὸν λόγον, ἐκεῖνα φθέγγεται· Περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου· Εἰ δυνατὸν, παρελθέτω τὸ ποτήριον· Οὐ δύναται ὁ Υἱὸς ἀφ᾽ ἑαυτοῦ τι ποιεῖν· Ἐντολὴν ἔλαβον τί εἴπω, καὶ τί λαλήσω· Πορεύομαι πρὸς τὸν Πατέρα μου καὶ Πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν. Ἐν τούτοις τίθει καὶ τὸ ἐπὶ Λαζάρου δάκρυον, καὶ τὸν ἐκ τῆς ὁδοιπορίας κόπον, καὶ τὴν τῆς τροφῆς ἔφεσιν, καὶ τὴν τοῦ ὕδατος αἴτησιν, καὶ τὸν ἐπὶ τῆς συκῆς δρόμον, καὶ τῆς τοῦ φυτοῦ ἀκαρπίας τὴν ἄγνοιαν, καὶ τὸν ἐπὶ τοῦ πλοίου ὕπνον. Ταῦτα γὰρ πάντα, καὶ ὅσα τοιαῦτα, οὐχὶ τοῦ ἐν ἀρχῇ ὄντος Λόγου Θεοῦ τὴν ἀξίαν, ἀλλὰ τοῦ ταπεινώσαντος ἑαυτὸν ἐν τῇ τοῦ δούλου μορφῇ τὴν πρὸς τὸ ἀσθενὲς τῆς φύσεως ἡμῶν παραδηλοῖ συγκατάβασιν.
Μετάφραση
Διότι, όταν μεν ο Κύριος λέγει: «Εγώ σε προστάζω»· και, «Θέλω, καθαρίσου»· και, «Ο Πατέρας είναι μέσα σε εμένα, και εγώ στον Πατέρα»· και, «Εκείνος που έχει δει εμένα, έχει δει τον Πατέρα»· και, «Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα»· και, «Κανείς δεν γνωρίζει τον Υιό, παρά μόνο ο Πατέρας»· και, «Όλα τα δικά μου είναι δικά σου, και τα δικά σου είναι δικά μου»· και, «Έχω δοξαστεί μέσα σε αυτούς»· και όσα παρόμοια, αποδεικνύει τη δύναμή Του, η οποία βρίσκεται υπεράνω κάθε φύσεως και εξουσίας. Όταν όμως προσαρμόζει τον λόγο Του προς την αδυναμία της δικής μας φύσεως, εκφωνεί τα εξής: «Περίλυπη είναι η ψυχή μου»· «Εάν είναι δυνατόν, ας παρέλθει το ποτήριον»· «Δεν δύναται ο Υιός αφ' εαυτού να πράξει τίποτα»· «Έλαβα εντολή για το τι να πω και τι να μιλήσω»· «Πορεύομαι προς τον Πατέρα μου και Πατέρα σας, και Θεό μου και Θεό σας». Σε αυτά να συγκαταλέξεις και το δάκρυ για τον Λάζαρο, και την κούραση από την οδοιπορία, και την επιθυμία για τροφή, και τη ζήτηση του νερού, και τη μετάβαση προς τη συκιά, και την άγνοια για την ακαρπία του φυτού, και τον ύπνο πάνω στο πλοίο. Διότι όλα αυτά, και όσα είναι παρόμοια με αυτά, δεν υποδηλώνουν το αξίωμα του Θεού Λόγου που υπήρχε εξ αρχής, αλλά τη συγκατάβαση προς την αδυναμία της φύσεώς μας Εκείνου, ο οποίος ταπείνωσε τον εαυτό Του λαμβάνοντας τη μορφή του δούλου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες