εἰ δὲ ἡ μὲν παλαιὰ ἑνὸς καὶ ἡ καινὴ τοῦ ἄλλου, τοῦ τε καλοῦ θεοῦ [εἰ] ἐστιν ἡ καινὴ διαθήκη, πονηροῦ δὲ ἡ παλαιά, ἄρα εἰ μὴ εἶδεν ὁ ἀγαθὸς θεὸς τὸν πονηρὸν διαθέμενον, οὐκ ᾔδει ὅτι χρὴ διαθέσθαι διαθήκην, καὶ ἔσται μᾶλλον παρ᾽ αὐτοῦ λαμβάνων τὴν πρόφασιν τῆς διδασκαλίας, [καὶ] ἄπειρος ὢν ἐν τοῖς πράγμασιν· εἰ γὰρ μὴ ἑώρακεν, οὐκ ἂν ἐμιμήσατο. καὶ ἔδει μᾶλλον τὴν παλαιὰν διαθήκην εἶναι τοῦ ἀγαθοῦ, ἵνα κἂν ὁ πονηρὸς μιμηλὸς ἀκούσῃ, ἤπερ ὁ ὢν ἀληθινὸς θεός. λέγει γὰρ ὁ κύριος ἐν τῷ εὐαγγελίῳ «ὃ ἐὰν βλέπῃ ὁ υἱὸς [πρὸς] τὸν πατέρα ποιοῦντα, οὕτω καὶ αὐτὸς ὁμοίως ποιεῖ». καὶ ἵνα μὴ εἴξῃ τῷ συμβουλεύοντι, εἰς τὸ μὴ καυχᾶσθαι τὸν διάβολον καὶ λέγειν διὰ τῆς συμβουλίας αὐτοῦ τι τὸν σωτῆρα πεποιηκέναι, ὥς φησι πρὸς αὐτόν· «εἰπὲ ἵνα οἱ λίθοι ἄρτοι γένωνται», ὁ δὲ οὐκ ἀνέχεται, ἵνα μὴ μαθὼν ὑποληφθείη παρὰ τοῦ διαβόλου λαμβάνων τὴν συμβουλίαν. καὶ ὁρᾷς ὅτι τὰς δύο διαθήκας ἑνὸς λέγει θεοῦ; φησὶ γὰρ ὁ ἀπόστολος «ἡ πρώτη διαθήκη ἐκ τοῦ ὄρους Σινᾶ ἐδόθη, εἰς δουλείαν γεννῶσα. τὸ γὰρ ὄρος Σινᾶ ἐστιν ἐν τῇ Ἀραβίᾳ· 〈ἡ δὲ ἄνω Ἱερουσαλὴμ ἐλευθέρα ἐστίν, ἥτις ἐστὶν μήτηρ ἡμῶν〉.» εἰ γὰρ δύο εἰσὶ γυναῖκες, ἀλλὰ εἷς ὁ ἀνήρ· οὕτως εἰ καὶ δύο εἰσὶ διαθῆκαι, ἀλλὰ εἷς ὁ θεός, ὁ τὰς δύο θέμενος. καὶ διὰ τοῦτο οὐ δύο κέκληκε καινάς, οὐδὲ δύο παλαιάς, ἀλλὰ μίαν παλαιὰν καὶ μίαν καινήν.
Μετάφραση
Αν όμως η μεν Παλαιά ανήκει στον έναν και η Καινή στον άλλον, και αν η Καινή Διαθήκη ανήκει στον αγαθό Θεό, ενώ η Παλαιά στον πονηρό, τότε, αν ο αγαθός Θεός δεν έβλεπε τον πονηρό να συνάπτει διαθήκη, δεν θα γνώριζε ότι πρέπει να συνάψει διαθήκη, και θα φαινόταν μάλλον ότι λαμβάνει από εκείνον την αφορμή για τη διδασκαλία του, όντας άπειρος στα πράγματα. Διότι, αν δεν είχε δει, δεν θα είχε μιμηθεί. Και θα έπρεπε μάλλον η Παλαιά Διαθήκη να είναι έργο του αγαθού Θεού, ώστε ο πονηρός να αποκαλείται μιμητής, παρά ο αληθινός Θεός. Λέει άλλωστε ο Κύριος στο Ευαγγέλιο: «ό,τι βλέπει ο Υιός να κάνει ο Πατέρας, έτσι κάνει και αυτός ομοίως». Και για να μην υποκύψει σε αυτόν που τον συμβούλευε, ώστε να μην καυχηθεί ο διάβολος και πει ότι χάρη στη δική του συμβουλή ο Σωτήρας έπραξε κάτι, όταν του λέει: «πες να γίνουν οι λίθοι άρτοι», Εκείνος δεν το ανέχεται, ώστε να μην θεωρηθεί ότι διδάχθηκε λαμβάνοντας τη συμβουλή από τον διάβολο. Και βλέπεις ότι αποδίδει τις δύο διαθήκες σε έναν Θεό; Λέει δηλαδή ο απόστολος: «η πρώτη διαθήκη δόθηκε από το όρος Σινά, και γεννά τέκνα για δουλεία. Διότι το όρος Σινά βρίσκεται στην Αραβία· ενώ η άνω Ιερουσαλήμ είναι ελεύθερη, και αυτή είναι η μητέρα μας». Διότι, αν και υπάρχουν δύο γυναίκες, ένας είναι ο σύζυγος. Έτσι, αν και υπάρχουν δύο διαθήκες, ένας είναι ο Θεός, ο οποίος θέσπισε και τις δύο. Και γι' αυτόν τον λόγο δεν τις ονόμασε δύο καινές, ούτε δύο παλαιές, αλλά μία παλαιά και μία καινή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες