εʹ. Εἶθ᾽ ὁ μὲν Χριστὸς οὐκ ἀπαξιοῖ εἰς τὴν τράπεζαν αὐτοὺς καλεῖν μετὰ τοῦ βασιλέως· ὁμοῦ γὰρ ἀμφότεροι καλοῦνται· σὺ δὲ ἴσως ἀπαξιοῖς καὶ ὀφθῆναι, διδοὺς πένησιν, ἢ καὶ προσδιαλεγόμενος; Βαβαὶ τῆς ἀπονοίας καὶ τοῦ τύφου! Ὅρα μὴ τὰ αὐτὰ πάθωμεν τῷ ποτε πλουσίῳ. Ἀπηξίου ἐκεῖνος κἂν ἰδεῖν τὸν Λάζαρον, καὶ ὀροφῆς αὐτῷ οὐ μετέδωκεν οὐδὲ στέγης, ἀλλ᾽ ἦν ἔξω παρὰ τὸν πυλῶνα ἐῤῥιμμένος, ἀλλ᾽ οὐδὲ ῥημάτων ἠξιώθη τῶν παρ᾽ ἐκείνου. Ἀλλ᾽ ὅρα πῶς ἐν ἀνάγκῃ καὶ χρείᾳ καταστὰς αὐτοῦ τῆς βοηθείας, ἀπέτυχεν.
Μετάφραση
Έπειτα, ο μεν Χριστός δεν απαξιώνει να τους καλεί στην τράπεζα μαζί με τον βασιλιά· διότι και οι δύο καλούνται από κοινού. Εσύ, όμως, ίσως απαξιώνεις ακόμη και να θεαθείς να δίνεις ελεημοσύνη στους φτωχούς ή και να συνομιλείς μαζί τους; Ω, τι αλαζονεία και υπεροψία! Πρόσεξε μήπως πάθουμε τα ίδια με εκείνον τον πλούσιο. Εκείνος απαξίωνε έστω και να αντικρίσει τον Λάζαρο, και δεν του παρείχε ούτε οροφή ούτε στέγη, αλλά τον άφηνε πεταμένο έξω, κοντά στην πύλη, και ούτε καν τον αξίωσε να του απευθύνει τον λόγο. Αλλά δες πώς, όταν περιήλθε σε ανάγκη και χρειάστηκε τη βοήθειά του, απέτυχε να την λάβει.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες