Τί ὄφελος ἀνθρώπῳ χρήματα κεκτημένῳ, ἀρετὴν δὲ μὴ κεκτημένῳ; Τί λαμβάνεις τὰ τῶν ἄλλων, καὶ τὰ σὰ ἀπολλύεις; Ἔχω, φησὶ, χώραν εὔφορον. Καὶ τί τοῦτο; ἀλλὰ ψυχὴν οὐκ ἔχεις εὔφορον. Ἔχω ἀνδράποδα. Ἀλλ᾽ ἀρετὴν οὐκ ἔχεις. Ἔχω ἱμάτια. Ἀλλ᾽ εὐλάβειαν οὐ κέκτησαι. Τὰ μὲν ἄλλου ἔχεις, τὰ δὲ σὰ οὐκ ἔχεις. Ἐάν τίς σοι δώσῃ παρακαταθήκην, μὴ δύναμαί σε καλέσαι πλούσιον; Οὐχί. Διὰ τί; Ἀλλότρια γὰρ κέκτησαι. Τοῦτο γὰρ παρακαταθήκη ἐστίν· εἴθε γὰρ παρακαταθήκη μόνον ἦν, καὶ μὴ προσθήκη σοι τιμωρίας ἐγίνετο. Ἰδὼν οὖν ὁ πλούσιος τὸν Λάζαρον, λέγει· Πάτερ Ἀβραὰμ, ἐλέησόν με. Πένητος ῥήματα, προσαίτου, πτωχοῦ. Πάτερ Ἀβραὰμ, ἐλέησόν με. Τί θέλεις; Πέμψον Λάζαρον. Ὃν μυριάκις παρέδραμες, ὃν οὐδὲ ἰδεῖν ἠθέλησας, τοῦτον νῦν αἰτεῖς πεμφθῆναί σοι εἰς σωτηρίαν; Πέμψον Λάζαρον.
Μετάφραση
Τι όφελος έχει ο άνθρωπος που έχει αποκτήσει χρήματα, αλλά δεν έχει αποκτήσει αρετή; Γιατί παίρνεις τα ξένα και χάνεις τα δικά σου; Έχω, λέει, εύφορη γη. Και τι μ' αυτό; Όμως δεν έχεις ψυχή εύφορη. Έχω δούλους. Αλλά δεν έχεις αρετή. Έχω ενδύματα. Αλλά δεν έχεις αποκτήσει ευσέβεια. Τα ξένα τα έχεις, ενώ τα δικά σου δεν τα έχεις. Αν κάποιος σου δώσει κάτι ως παρακαταθήκη, μπορώ άραγε να σε αποκαλέσω πλούσιο; Όχι. Γιατί; Διότι κατέχεις ξένα αγαθά. Διότι αυτό ακριβώς είναι η παρακαταθήκη. Και μακάρι να ήταν μόνο παρακαταθήκη, και να μη γινόταν για σένα προσθήκη τιμωρίας. Βλέποντας, λοιπόν, ο πλούσιος τον Λάζαρο, λέει: Πάτερ Αβραάμ, ελέησόν με. Λόγια πένητα, επαίτη, φτωχού. Πάτερ Αβραάμ, ελέησόν με. Τι θέλεις; Στείλε τον Λάζαρο. Αυτόν που μύριες φορές προσπέρασες, αυτόν που ούτε καν να τον δεις δεν θέλησες, αυτόν ζητάς τώρα να σταλεί σε σένα για σωτηρία; Στείλε τον Λάζαρο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες