Περὶ δὲ τῶν δικαίων οὐχ οὕτως, ἀλλ᾽, Ὁ δεχόμενος ὑμᾶς, ἐμὲ δέχεται· καὶ πάλιν· Δήσατε αὐτοῦ χεῖρας καὶ πόδας, καὶ βάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον. Ὅρα ἐκεῖ τοὺς δούλους διακονουμένους· ὅταν δὲ εὐεργετεῖν δέῃ, αὐτὸν εὐεργετοῦντα, αὐτὸν καλοῦντα· Δεῦτε, οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν. Ὅταν διαλέγεσθαι δέῃ τῷ Ἀβραὰμ, αὐτὸς παραγίνεται· ὅταν εἰς Σόδομα ἀπελθεῖν, τοὺς δούλους πέμπει, καθάπερ τις δικαστὴς ἀνιστὰς τοὺς μέλλοντας κολάζειν. Καὶ πάλιν· Εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστὲ, ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστὸς, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω. Καὶ τοῦτον μὲν αὐτὸς εὐλογεῖ· ἐκεῖνον δὲ τὸν πονηρὸν οὐκ αὐτὸς, ἀλλὰ δοῦλοι δεσμεύουσι.
Μετάφραση
Για τους δικαίους όμως δεν λέει έτσι, αλλά: «Εκείνος που δέχεται εσάς, δέχεται εμένα»· και πάλι: «Δέστε του τα χέρια και τα πόδια, και ρίξτε τον στο εξώτερο σκοτάδι». Πρόσεξε εκεί τους δούλους να υπηρετούν· όταν όμως πρέπει να ευεργετήσει, τον ίδιο να ευεργετεί, τον ίδιο να προσκαλεί: «Ελάτε, οι ευλογημένοι του Πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία που έχει ετοιμαστεί για εσάς». Όταν πρέπει να συνομιλήσει με τον Αβραάμ, προσέρχεται ο ίδιος· όταν πρέπει να μεταβεί στα Σόδομα, στέλνει τους δούλους, όπως ακριβώς ένας δικαστής που εγείρει αυτούς που πρόκειται να επιβάλουν την τιμωρία. Και πάλι: «Εύγε, δούλε αγαθέ και πιστέ, σε λίγα φάνηκες πιστός, σε πολλά θα σε καταστήσω». Και αυτόν μεν τον ευλογεί ο ίδιος· εκείνον όμως τον πονηρό δεν τον δεσμεύει ο ίδιος, αλλά οι δούλοι.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες