Τίνος οὖν ἕνεκεν τοῦτο ἐσίγησε, καὶ τὸν εἰπόντα οὐκ ἐποίησε φανερὸν, ἀλλ᾽ ἀπρόσωπον τὴν νομοθεσίαν εἰσήγαγεν; Ὅτι εἰ μὲν εἶπεν· Οὐ φονεύσεις, ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν· Οὐκ ὀργισθήσῃ, ἔδοξεν ἂν βαρὺ τὸ λεγόμενον εἶναι διὰ τὴν ἀπόνοιαν τῶν ἀκουόντων μηδέπω συνιέναι δυναμένων, ὅτι οὐκ ἀνατρέπων τὰ πρότερα, ἀλλ᾽ αὔξων ταῦτα ἐνομοθέτει· καὶ εἶπον ἂν πρὸς αὐτόν· Τί λέγεις; ὁ Πατήρ σου εἶπεν· Οὐ φονεύσεις, σὺ δὲ λέγεις· Οὐκ ὀργισθήσῃ; Ἵν᾽ οὖν μή τις ἐναντίον αὐτὸν τῷ Πατρὶ νομίσῃ εἶναι, ἢ ὡς σοφώτερόν τι πλέον εἰσφέρειν ἐκείνου, οὐκ εἶπεν, ὅτι Ἠκούσατε παρὰ τοῦ Πατρός. Πάλιν εἰ εἶπεν· Ἠκούσατε ὅτι ἐγὼ εἶπον τοῖς ἀρχαίοις, ἀφόρητον ἔδοξεν ἂν εἶναι, καὶ τοῦτο οὐκ ἔλαττον ἢ τὸ πρότερον. Εἰ γὰρ, ἐπειδὴ εἶπε, Πρὸ τοῦ Ἀβραὰμ γενέσθαι ἐγώ εἰμι, λιθάσαι αὐτὸν ἐπεχείρησαν, εἰ προσέθηκεν ὅτι καὶ Μωϋσῇ αὐτὸς τὸν νόμον ἔδωκε, τί οὐκ ἂν ἐποίησαν;
Μετάφραση
Για ποιο λόγο, λοιπόν, το αποσιώπησε αυτό και δεν έκανε φανερό εκείνον που το είπε, αλλά εισήγαγε τη νομοθεσία απρόσωπα; Διότι, αν μεν έλεγε: «Ου φονεύσεις, εγώ όμως σας λέω: Δεν θα οργιστείς», θα φαινόταν βαρύ αυτό που λεγόταν εξαιτίας της αφροσύνης των ακροατών, οι οποίοι δεν μπορούσαν ακόμη να κατανοήσουν ότι νομοθετούσε χωρίς να ανατρέπει τα προηγούμενα, αλλά επαυξάνοντάς τα· και θα του έλεγαν: «Τι λες; Ο Πατέρας σου είπε: Ου φονεύσεις, και εσύ λες: Δεν θα οργιστείς;». Για να μην νομίσει, λοιπόν, κανείς ότι είναι αντίθετος προς τον Πατέρα, ή ότι εισάγει κάτι περισσότερο ως σοφότερος από εκείνον, δεν είπε: «Ακούσατε από τον Πατέρα». Αν πάλι έλεγε: «Ακούσατε ότι εγώ είπα στους αρχαίους», θα φαινόταν αφόρητο, και αυτό όχι λιγότερο από το προηγούμενο. Διότι αν, επειδή είπε «Πριν να γεννηθεί ο Αβραάμ εγώ είμαι», επιχείρησαν να τον λιθοβολήσουν, εάν πρόσθετε ότι και στον Μωυσή ο ίδιος έδωσε τον νόμο, τι δεν θα του έκαναν;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες