Καὶ ἀπὸ μὲν τῆς πρὸς θάνατον ἀγούσης διὰ τῶν τοιούτων ἀφαρπάζει λόγων, τὴν δὲ τῆς ζωῆς ὁδὸν ἀλλαχοῦ πάλιν ἐμφανίζει μακαρίζων· «μακάριοι οἱ πτωχοί, μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης», καί, «πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ», καί, «πᾶς ὃς ἀφῆκεν οἰκίαν ἢ ἀγροὺς ἤ τι ἄλλο τῶν γηΐνων ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει». Καὶ τὸν μὲν θυμὸν ἐπὶ τοσοῦτο συνέστειλεν, ὡς καὶ τὴν ὀργὴν ἴσην ἀποφήνασθαι φόνῳ, ὑπὸ τὴν αὐτὴν τούτῳ καταδίκην θέμενος, καὶ τὸν ἐξ ὀργῆς εἰς λοιδορίαν κατά τινος κεκινημένον ἔνοχον εἶναι τῆς γεέννης τοῦ πυρός. Τὴν δὲ πραότητα οὐκ ἐμακάρισε μόνον, ἀλλὰ καὶ βραβείων τῶν μεγίστων ἠξίωσε. Τὴν ἀκολασίαν δὲ ἐπὶ τοσοῦτον ἐκόλασεν, ὡς καὶ τὸ πρὸς ἀλλοτρίαν ἐμπαθὲς καὶ περίεργον βλέμμα μοιχείαν ἀποκαλέσαι. Τὸν δ’ ἁγνείας μεταποιούμενον, μετὰ τοῦ μακαρίσαι, καὶ θεόπτην ἔσεσθαι διατείνεται. Τί δέ, τὴν ἐπιορκίαν οὐκ ἐπὶ τοσοῦτον ἔδειξεν ἀπώμοτον, ὡς καὶ τὴν εὐορκίαν ἀπαγορεῦσαι καὶ πᾶν τὸ ἐκτὸς τοῦ ναὶ καὶ τοῦ οὔ, ἐκ τοῦ πονηροῦ ἀποφῄνασθαι, «ἔστω», λέγων, «ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί, οὐ οὔ, τὸ δὲ περισσὸν τούτων ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστι»; Τί δέ ἐστιν ὁ διπλασιασμὸς οὗτος;
Μετάφραση
Και από την οδό που οδηγεί στον θάνατο διασώζει με τέτοιους λόγους, ενώ την οδό της ζωής την φανερώνει πάλι αλλού μακαρίζοντας: «μακάριοι οι πτωχοί, μακάριοι οι ελεήμονες, μακάριοι οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης», και, «πώλησε τα υπάρχοντά σου και δώσε τα στους πτωχούς, και θα έχεις θησαυρό στον ουρανό», και, «καθένας που άφησε οικία ή αγρούς ή οτιδήποτε άλλο από τα γήινα ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, θα λάβει εκατονταπλάσια και θα κληρονομήσει αιώνια ζωή». Και τον θυμό σε τέτοιο βαθμό τον περιόρισε, ώστε να αποφανθεί ότι η οργή είναι ίση με τον φόνο, θέτοντάς την υπό την ίδια καταδίκη με αυτόν, και ότι εκείνος που από οργή κινείται σε λοιδορία εναντίον κάποιου, είναι ένοχος για τη γέεννα του πυρός. Την πραότητα, όμως, όχι μόνο την εμακάρισε, αλλά και την αξίωσε με τα μεγαλύτερα βραβεία. Την ακολασία πάλι σε τέτοιο βαθμό την τιμώρησε, ώστε να αποκαλέσει μοιχεία ακόμη και το εμπαθές και περίεργο βλέμμα προς ξένη γυναίκα. Ενώ για εκείνον που επιδιώκει την αγνεία, αφού τον μακαρίσει, διατείνεται ότι θα γίνει και θεόπτης. Και την επιορκία δεν την έδειξε σε τέτοιο βαθμό αποτρόπαιη, ώστε να απαγορεύσει ακόμη και την ευορκία και να αποφανθεί ότι καθετί πέρα από το ναι και το όχι προέρχεται από τον πονηρό, λέγοντας: «ας είναι ο λόγος σας ναι ναι, όχι όχι, ενώ το παραπάνω από αυτά προέρχεται από τον πονηρό»; Και τι σημαίνει αυτός ο διπλασιασμός;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες