Ὁ τὰς μεγάλας ὀπτασίας διεξελθὼν πρὸς τοὺς Κορινθίους, ὁ μέγας ἀπόστολος, ὅτε καὶ ἀμφίβολος περὶ τῆς ἑαυτοῦ φύσεως ἔφησεν εἶναι εἴτε σῶμα ἦν εἴτε νόημα ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐν τῷ παραδείσῳ μυσταγωγίας, ταῦτα διαμαρτυράμενος λέγει ὅτι Ἐμαυτὸν οὔπω λογίζομαι κατειληφέναι, ἀλλ᾽ ἔτι τοῖς ἔμπροσθεν ἐπεκτείνομαι τῶν προδιηνυσμένων λήθην ποιούμενος, δηλῶν ὅτι καὶ μετὰ τὸν τρίτον οὐρανὸν ἐκεῖνον ὃν αὐτὸς ἔγνω μόνος (οὐ γάρ τι Μωϋσῆς ἐν τῇ κοσμογενείᾳ περὶ αὐτοῦ διηγήσατο) καὶ μετὰ τὴν ἄρρητον τῶν τοῦ παραδείσου μυστηρίων ἀκρόασιν ἔτι ἐπὶ τὸ ἀνώτερον ἵεται καὶ οὐ λήγει τῆς ἀναβάσεως οὐδέποτε τὸ καταλαμβανόμενον ἀγαθὸν ὅρον τῆς ἐπιθυμίας ποιούμενος, διδάσκων οἶμαι διὰ τούτων ἡμᾶς ὅτι τῆς μακαρίας ἐκείνης τῶν ἀγαθῶν φύσεως πολὺ μέν ἐστι τὸ ἀεὶ εὑρισκόμενον, ἀπειροπλάσιον δὲ τοῦ πάντοτε καταλαμβανομένου τὸ ὑπερκείμενον καὶ τοῦτο εἰς τὸ διηνεκὲς γίνεται τῷ μετέχοντι ἐν πάσῃ τῇ τῶν αἰώνων ἀϊδιότητι διὰ τῶν ἀεὶ μειζόνων τῆς ἐπαυξήσεως τοῖς μετέχουσι γινομένης· ὁ μὲν γὰρ καθαρὸς τὴν καρδίαν κατὰ τὴν ἀψευδῆ τοῦ δεσπότου φωνὴν ὁρᾷ τὸν θεόν, ἀεὶ κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς δυνάμεως ὅσον χωρῆσαι δύναται τοσοῦτον τῇ κατανοήσει δεχόμενος.
Μετάφραση
Ο μέγας απόστολος, ο οποίος διηγήθηκε στους Κορινθίους τα μεγάλα οράματα, όταν μάλιστα δήλωσε ότι βρισκόταν σε αμφιβολία για την ίδια του τη φύση, αν δηλαδή ήταν σώμα ή νους κατά τον καιρό της μυσταγωγίας του στον παράδεισο, διαβεβαιώνοντας αυτά λέει ότι «εγώ δεν θεωρώ ότι έχω ήδη φθάσει στον σκοπό, αλλά επεκτείνομαι ακόμη προς τα εμπρός, λησμονώντας όσα έχω ήδη διανύσει». Με αυτό φανερώνει ότι, ακόμη και μετά από εκείνον τον τρίτο ουρανό που μόνο αυτός γνώρισε (διότι ο Μωυσής δεν διηγήθηκε τίποτε γι' αυτόν στην κοσμογονία), και μετά την άρρητη ακρόαση των μυστηρίων του παραδείσου, σπεύδει ακόμη προς το ανώτερο και δεν παύει ποτέ την ανάβασή του, μην καθιστώντας ποτέ το αγαθό που κατακτά ως όριο της επιθυμίας του. Με αυτά, νομίζω, μας διδάσκει ότι από εκείνη τη μακάρια φύση των αγαθών, αυτό μεν που ανακαλύπτεται κάθε φορά είναι πολύ, αλλά αυτό που βρίσκεται ψηλότερα είναι απειροπλάσιο από εκείνο που πάντοτε κατανοείται· και αυτό συμβαίνει στο διηνεκές σε όποιον μετέχει σε αυτήν, σε όλη την αϊδιότητα των αιώνων, καθώς η επαύξηση για όσους μετέχουν συντελείται διαρκώς μέσα από ολοένα μεγαλύτερα αγαθά. Διότι αυτός που έχει καθαρή την καρδιά, σύμφωνα με την αψευδή φωνή του Δεσπότου, βλέπει τον Θεό, δεχόμενος πάντοτε με την κατανόησή του τόσον όσον μπορεί να χωρέσει, ανάλογα με τη δύναμή του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες