Ὅταν γὰρ ἐσχάτη ᾖ δυσείδεια, ὅσα ἂν ἐπινοήσωσιν, οὐδὲ ὑποκρίνασθαι δύνανται. Ὅτι γὰρ ἀναισχυντία πόρνας ποιεῖ, ἄκουσον τοῦ προφήτου λέγοντος· Ἀπηναισχύντησας πρὸς πάντας, ὄψις πόρνης ἐγένετό σοι. Τοῦτο καὶ πρὸς τοὺς πλεονέκτας ἔστιν εἰπεῖν, ἀπηναισχύντησας πρὸς πάντας, οὐ πρὸς τούσδε καὶ τούσδε, ἀλλὰ πρὸς πάντας. Πῶς; Οὐ πατέρα, οὐχ υἱὸν, οὐ γυναῖκα, οὐ φίλον, οὐκ ἀδελφὸν, οὐκ εὐεργέτην, οὐδένα ἁπλῶς αἰδεῖται ὁ τοιοῦτος. Καὶ τί λέγω φίλον καὶ ἀδελφὸν καὶ πατέρα; αὐτὸν οὐκ αἰδεῖται τὸν Θεὸν, ἀλλὰ πάντα μῦθος αὐτῷ εἶναι δοκεῖ, καὶ γελᾷ ὑπὸ τῆς πολλῆς ἐπιθυμίας μεθύων, καὶ οὐδὲ τῇ ἀκοῇ παραδεχόμενός τι τῶν ὠφελεῖν αὐτὸν δυναμένων. Ἀλλ᾽ ὢ τῆς ἀτοπίας, καὶ οἷα φθέγγονται· Οὐαί σοι, μαμωνᾶ, καὶ τῷ μὴ ἔχοντί σε! Ἐνταῦθα διαπρίομαι ὑπὸ τοῦ θυμοῦ· οὐαὶ γὰρ τοῖς ταῦτα λέγουσι, κἂν ἐν γέλωτι λέγωσιν. Εἰπέ μοι γὰρ, οὐ τοιαύτην ἀπειλὴν ἠπείλησεν ὁ Θεὸς λέγων· Οὐ δύνασθε δυσὶ κυρίοις δουλεύειν; σὺ δὲ ἐκλύεις τὴν ἀπειλὴν, τοιαῦτα τολμῶν φθέγγεσθαι ἐπὶ κακῷ τῷ σεαυτοῦ; οὐκ εἰδωλολατρείαν αὐτὴν εἶναί φησιν ὁ Παῦλος, καὶ τὸν πλεονέκτην εἰδωλολάτρην καλεῖ; σὺ δὲ ἕστηκας γελῶν κατὰ τὰς βιωτικὰς γυναῖκας, γελωτοποιῶν κατὰ τὰς ἐν τῇ σκηνῇ;
Μετάφραση
Διότι, όταν υπάρχει η έσχατη ασχήμια, όσα κι αν επινοήσουν, δεν μπορούν ούτε να υποκριθούν. Ότι, μάλιστα, η αναισχυντία δημιουργεί τις πόρνες, άκουσέ το από τον προφήτη που λέει: «Συμπεριφέρθηκες με αναισχυντία προς όλους, πρόσωπο πόρνης απέκτησες». Αυτό μπορεί να λεχθεί και για τους πλεονέκτες: συμπεριφέρθηκες με αναισχυντία προς όλους, όχι προς τον τάδε και τον δείνα, αλλά προς όλους. Πώς; Ούτε πατέρα, ούτε υιό, ούτε γυναίκα, ούτε φίλο, ούτε αδελφό, ούτε ευεργέτη, κανέναν απολύτως δεν σέβεται ένας τέτοιος άνθρωπος. Και τι λέω φίλο και αδελφό και πατέρα; Ούτε τον ίδιο τον Θεό δεν σέβεται, αλλά όλα του φαίνονται ότι είναι μύθος, και γελά, όντας μεθυσμένος από τη μεγάλη του επιθυμία, χωρίς καν να δέχεται να ακούσει κάτι από όσα μπορούν να τον ωφελήσουν. Αλλά, ω της ατοπίας, και τι λόγια ξεστομίζουν: «Αλίμονό σου, μαμωνά, και σε εκείνον που δεν σε έχει!». Εδώ εξανίσταμαι από τον θυμό· διότι αλίμονο σε εκείνους που τα λένε αυτά, έστω κι αν τα λένε αστειευόμενοι. Πες μου, λοιπόν, δεν εξέφερε τέτοια απειλή ο Θεός λέγοντας: «Δεν μπορείτε να δουλεύετε σε δύο κυρίους»; Εσύ όμως ακυρώνεις την απειλή, τολμώντας να ξεστομίζεις τέτοια λόγια για το δικό σου κακό; Δεν λέει ο Παύλος ότι αυτή είναι ειδωλολατρία, και δεν αποκαλεί τον πλεονέκτη ειδωλολάτρη; Εσύ όμως στέκεσαι και γελάς όπως οι κοσμικές γυναίκες, κάνοντας τον γελωτοποιό σαν εκείνες που βρίσκονται στη σκηνή του θεάτρου;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες