In Psalmum XIII Εἰς τὸν 〈ιγ〉 ψαλμόν. Ὥσπερ ὑβριζομένου δεσπότου ὁ καλὸς οἰκέτης ὡς εὐνούστατος ἀγανακτεῖ, οὕτω καὶ ἀθετουμένου θεοῦ ὁ προφήτης τοῦ θεοῦ τὸν ἄθεον παιδαγωγεῖ λέγων, ὡς ἤκουες· 〈Εἶπεν ἄφρων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· Οὐκ ἔστι θεός.〉 Ὥσπερ γὰρ δοῦλος φιλοδέσποτος, μαθὼν ὅτι οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ ἀθετοῦσιν αὐτῶν τὸν κύριον, εἰς ἀπόδειξιν εὐνοίας πρὸς ἐκδικίαν πτερύσσεται καὶ ἢ χερσὶν ἰδίαις τὸν ὑβριστὴν ἀμύνεται ἢ πᾶσιν ἐκπομπεύει μισητὸν αὐτὸν ποιῶν ἢ εἰς σωφρονισμὸν καὶ φόβον τῶν ἄλλων ἀναγγέλλει τῷ δεσπότῃ καὶ βαρυτέραις πληγαῖς ἔκδοτον ἐργάζεται, τὸν στασιάσαντα πολεμῶν ὡς ἀντάρτην δεύτερον, οὕτως ὁ προφήτης, μαθὼν τὸν κτίστην ὑπὸ τοῦ κτίσματος ἀτιμαζόμενον καὶ τὸν κεραμέα ὑπὸ τοῦ πηλοῦ ὑβριζόμενον καὶ τὸν θεὸν ὑπὸ τοῦ ἀθέου ἀθετούμενον, ὡς λίθου πληγὴν εἰς τὴν καρδίαν λαβὼν καὶ τὸν πόνον μὴ φέρων ἀνεβόα· 〈Εἶπεν ἄφρων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· Οὐκ ἔστι θεός.〉 Ἴδε γὰρ ὅπως ἁρμονίαν ἀσπάζεται πρὸς τὸν πρὸ αὐτοῦ ψαλμόν. Ἐπειδὴ ἐν ἐκείνῳ ἀκηδιῶν ἔλεγεν· 〈Ἕως πότε, κύριε, ἐπιλήσῃ μου εἰς τέλος; Ἕως πότε ἀποστρέφεις τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾽ ἐμοῦ; Ἕως τίνος θήσομαι βουλὰς ἐν ψυχῇ μου, ὀδύνας ἐν καρδίᾳ μου ἡμέρας καὶ νυκτός; Ἕως πότε ὑψωθήσεται ὁ ἐχθρός μου ἐπ᾽ ἐμέ;〉 ὁ ἄφρων ἔλεγε μὴ εἶναι θεόν.
Μετάφραση
Εις τον ιγ' ψαλμόν. Όπως ακριβώς, όταν υβρίζεται ο κύριος, ο καλός υπηρέτης αγανακτεί ως βαθύτατα αφοσιωμένος, έτσι και όταν αθετείται ο Θεός, ο προφήτης του Θεού νουθετεί τον άθεο λέγοντας, όπως άκουσες: «Είπε ο άφρων μέσα στην καρδιά του: Δεν υπάρχει Θεός». Διότι, όπως ακριβώς ένας φιλοδέσποτος δούλος, όταν μάθει ότι οι σύνδουλοί του αθετούν τον κύριό τους, προς απόδειξη της αφοσίωσής του σπεύδει με ορμή για εκδίκηση, και είτε με τα ίδια του τα χέρια αποκρούει τον υβριστή, είτε τον διαπομπεύει σε όλους καθιστώντας τον μισητό, είτε, για συνετισμό και φόβο των υπολοίπων, το αναγγέλλει στον δεσπότη και τον παραδίδει σε βαρύτερες τιμωρίες, πολεμώντας αυτόν που στασίασε σαν να είναι επαναστάτης, έτσι και ο προφήτης, όταν έμαθε ότι ο Κτίστης ατιμάζεται από το κτίσμα, ο Κεραμέας υβρίζεται από τον πηλό και ο Θεός αθετείται από τον άθεο, δεχόμενος στην καρδιά του χτύπημα σαν από πέτρα και μη υποφέροντας τον πόνο, αναφωνούσε: «Είπε ο άφρων μέσα στην καρδιά του: Δεν υπάρχει Θεός». Δες, λοιπόν, πώς διατηρεί την αρμονία με τον προηγούμενο ψαλμό. Επειδή σε εκείνον έλεγε μέσα σε αθυμία: «Έως πότε, Κύριε, θα με ξεχνάς παντοτινά; Έως πότε θα αποστρέφεις το πρόσωπό σου από εμένα; Έως πότε θα βάζω λογισμούς στην ψυχή μου, και οδύνες στην καρδιά μου ημέρα και νύχτα; Έως πότε θα υψώνεται ο εχθρός μου εναντίον μου;», ο άφρων έλεγε ότι δεν υπάρχει Θεός.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες