ΨΑΛΜΟΣ ΙΓʹ. <Εἶπεν ἄφρων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· Οὐκ ἔστι Θεός.> (A f. 82 b) Κορυφὴ τοῦτο πάσης πονηρίας ἐστί. Τὸ γὰρ οἴεσθαι μὴ εἶναι Θεὸν, ἀλλ᾽ ἀπὸ ταυτομάτου γεγενῆσθαι τὸ πᾶν, ἀρχὴ πάσης ἀκολασίας καὶ παρανόμου καθέστηκε πράξεως. Δηλοῖ οὗν ὁ λόγος ὡς εἰς τοσοῦτον ἀσεβείας τὸ γένος ἐλήλακεν, ὡς μηδὲ Θεὸν ἐφιστάνειν τοῖς οὖσιν, ἀλλ᾽ ἡγεῖσθαι τὸν σύμπαντα τοῦτον κόσμον, τυχαίαν καὶ αὐτόματον εἰληφέναι τὴν σύστασιν. Τί δέ ἐστιν, «Εἶπεν ἐν καρδίᾳ;» Ἐπειδὴ τῶν λόγων ὁ μὲν ἔστι προφορικὸς, ὁ δὲ ἐνδιάθετος, οὐ περὶ τοῦ προφορικοῦ λόγου φησὶν ὁ προφήτης, ἀλλὰ περὶ τῆς ἐν τῇ ψυχῇ δόξης. Εἶπε γὰρ ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ, τουτέστιν ἐλογίσατο ὅτι οὐκ ἔστι Θεός. Καὶ πᾶς δὲ ὁ ἀνέδην ἁμαρτάνων, δι᾽ ὧν ὁρᾶται καταφρονῶν, κἂν εἰ μὴ λέγοι φωναῖς, ἀλλ᾽ ἔργοις αὐτοῖς καὶ τῇ τοῦ βίου σκαιότητι μονονουχὶ διακέκραγε τὸ, «Οὐκ ἔστι Θεός.» Οἱ γὰρ οὕτως ζῇν εἰωθότες ὡς μὴ ἐφορῶντος Θεοῦ, πάντα τε δρῶντες ἀπερισκέπτως, ἔργοις αὐτοῖς καὶ πράγμασιν ἀρνοῦνται Θεόν. <Πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα.> (A f. 83 b.) Νοήσεις δὲ ταῦτα καὶ ἐπὶ τῶν ἐθνῶν· ἡ γὰρ ἀπὸ γῆς σὰρξ, τὸν τῆς ἁμαρτίας ἐν αὐτῇ κατηῤῥώστησε νόμον, καὶ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς, εὐπαράφορος λίαν εἰς τὸ ἐκνεῦσαι ἐπὶ τὰ πονηρὰ ἐκ νεότητος κατὰ τὸ γεγραμμένον. Δικαίως οὖν ὁ ἱερὸς ἐπιστυγνάζει λόγος ἡμῖν· «Πάντες γὰρ, φησὶν, ἐξέκλιναν.»
Μετάφραση
Ψαλμός ΙΓ'. «Είπε ο άφρων στην καρδιά του: Δεν υπάρχει Θεός.» (A f. 82 b) Αυτό αποτελεί την κορυφή κάθε πονηρίας. Διότι το να νομίζει κανείς ότι δεν υπάρχει Θεός, αλλά ότι τα πάντα δημιουργήθηκαν από μόνα τους, αποτελεί την αρχή κάθε ακολασίας και παράνομης πράξης. Φανερώνει λοιπόν ο λόγος ότι το ανθρώπινο γένος έχει φτάσει σε τέτοιο βαθμό ασέβειας, ώστε να μην πιστεύει ότι ο Θεός επιστατεί στα όντα, αλλά να θεωρεί ότι ολόκληρος αυτός ο κόσμος έχει λάβει τη σύστασή του τυχαία και αυτόματα. Τι σημαίνει όμως το, «Είπε στην καρδιά του»; Επειδή από τους λόγους ο μεν ένας είναι προφορικός, ο δε άλλος ενδιάθετος, ο προφήτης δεν μιλά για τον προφορικό λόγο, αλλά για την πεποίθηση της ψυχής. Διότι είπε στην καρδιά του, δηλαδή συλλογίστηκε, ότι δεν υπάρχει Θεός. Και καθένας που αμαρτάνει αχαλίνωτα, μέσω της καταφρόνησης που επιδεικνύει, έστω και αν δεν το λέει με φωνές, εντούτοις με τα ίδια τα έργα και με τη φαυλότητα του βίου του σχεδόν κραυγάζει ότι: «Δεν υπάρχει Θεός.» Διότι εκείνοι που έχουν συνηθίσει να ζουν με αυτόν τον τρόπο, σαν να μην επιβλέπει ο Θεός, και πράττουν τα πάντα απερίσκεπτα, με τα ίδια τους τα έργα και τις πράξεις αρνούνται τον Θεό. «Όλοι εξετράπησαν, όλοι μαζί εξαχρειώθηκαν, δεν υπάρχει κανείς που να πράττει το καλό.» (A f. 83 b.) Αυτά δε, θα τα κατανοήσεις και για τα έθνη· διότι η πλασμένη από χώμα σάρκα αρρώστησε φέροντας μέσα της τον νόμο της αμαρτίας, και ο ανθρώπινος νους είναι πολύ επιρρεπής στο να ρέπει προς τα πονηρά από τη νεότητά του, σύμφωνα με τα γεγραμμένα. Δικαίως λοιπόν ο ιερός λόγος θρηνεί για εμάς: «Διότι όλοι, αναφέρει, εξετράπησαν.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες