Εἰ δ᾽ οὖν τότε ἡ ἐν σαρκὶ αὐτοῦ μορφὴ τοσαύτης ἔλαχε δυνάμεως, πρὸς τῆς ἐνοικούσης αὐτῇ θεότητος μεταβληθεῖσα, τί χρὴ λέγειν, ὅτε τὴν θνητότητα ἀποδὺς, καὶ τὴν φθορὰν ἀπονιψάμενος, τῆς τοῦ δούλου μορφῆς τὸ εἶδος εἰς τὴν τοῦ δεσπότου καὶ Θεοῦ δόξαν μετεσκευάσατο, μετὰ τὴν κατὰ τοῦ θανάτου νίκην, καὶ μετὰ τὴν εἰς οὐρανοὺς ἄνοδον, καὶ μετὰ τὴν ἐν τῷ βασιλικῷ θρόνῳ ἀμφὶ τὰ δεξιὰ τοῦ Πατρὸς ἵδρυσιν, μετὰ τὴν ἐν τοῖς ἀκατονομάστοις καὶ ἀῤῥήτοις κόλποις τοῦ Πατρὸς ἀνάπαυσιν, εἰς ἣν ἀνιόντα καὶ ἀποκαθισάμενον αἱ οὐράνιαι δυνάμεις ἀνηυφήμουν, λέγουσαι· Ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες, ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης. [Οὐκοῦν καὶ ἡ τοῦ δούλου μορφὴ ἐν τοιούτοις γινομένη, ἐξόλων ὅλη μεταβέβληται ἐπὶ φῶς αὐτοῦ ἄῤῥητον καὶ ἀνεκδιήγητον, αὐτῷ τῷ Θεῷ Λόγῳ πρέπον φῶς, ὅπερ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδεν, καὶ οὖς οὐκ ἤκουσεν, καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη. Πῶς οὖν τις τῶν ἀδυνάτων ἐφίκοιτο; Πῶς δὲ τῆς οὕτω θαυμαστῆς, καὶ ἀλήπτου μορφῆς, εἴ γε χρὴ μορφὴν ἔτι καλεῖν τὴν ἔνθεον καὶ νοερὰν οὐσίαν, εἰκόνα τις ζωγραφήσειεν;
Μετάφραση
Εάν λοιπόν τότε η ενσαρκωμένη μορφή του έλαβε τόσο μεγάλη δύναμη, αφού μεταβλήθηκε από τη θεότητα που κατοικούσε μέσα της, τι πρέπει να πούμε όταν, αποβάλλοντας τη θνητότητα και απομακρύνοντας τη φθορά, μετέτρεψε το είδος της μορφής του δούλου στη δόξα του Δεσπότη και Θεού, μετά τη νίκη κατά του θανάτου, και μετά την άνοδο στους ουρανούς, και μετά την εγκαθίδρυσή του στον βασιλικό θρόνο στα δεξιά του Πατέρα, μετά την ανάπαυση στους ακατονόμαστους και άρρητους κόλπους του Πατέρα, προς την οποία καθώς εκείνος ανέβαινε και εγκαθίστατο, οι ουράνιες δυνάμεις τον επευφημούσαν, λέγοντας: Σηκώστε τις πύλες σας, άρχοντες, και υψωθείτε, πύλες αιώνιες, και θα εισέλθει ο βασιλιάς της δόξης. [Επομένως, και η μορφή του δούλου, ευρισκόμενη σε μια τέτοια κατάσταση, μεταβλήθηκε εξ ολοκλήρου στο άρρητο και ανεκδιήγητο φως του, ένα φως που αρμόζει στον ίδιο τον Θεό Λόγο, το οποίο μάτι δεν είδε και αυτί δεν άκουσε και σε καρδιά ανθρώπου δεν ανέβηκε. Πώς λοιπόν θα μπορούσε κανείς να κατορθώσει τα αδύνατα; Και πώς θα μπορούσε κάποιος να ζωγραφίσει την εικόνα μιας τόσο θαυμαστής και ακατάληπτης μορφής, εάν βέβαια πρέπει ακόμη να ονομάζουμε μορφή την ένθεη και νοερή ουσία;]
Περισσότερα
Λεπτομέρειες