Τὸ μεῖζόν σοι ἔδωκα. Ποῖον; Ἀπαλλαγῆναι ἁμαρτίας. Πῶς τὸ μεῖζον; Ὅτι τὸν θάνατον ἡ ἁμαρτία ἔτεκεν. Τὴν μητέρα ἔσφαξα, καὶ τὸν υἱὸν οὐ σφάξω; τὴν ῥίζαν ἐξήρανα, καὶ τὸν καρπὸν οὐκ ἀναιρῶ, Ἄκουσον, θύγατερ, καὶ ἴδε. Τί ἴδω; Νεκροὺς ἐγειρομένους, λεπροὺς καθαιρομένους, χαλινουμένην θάλασσαν, παραλυτικὸν σφιγγόμενον, παράδεισον ἀνοιγόμενον, ἄρτους πηγάζοντας, ἁμαρτήματα λυόμενα, χωλὸν πηδῶντα, λῃστὴν παραδείσου πολίτην γενόμενον, τελώνην εὐαγγελιστὴν γενόμενον, παρθένου σεμνοτέραν τὴν πόρνην. Ἄκουσον, καὶ ἴδε· ἄκουσον ἐκεῖνα, καὶ βλέπε ταῦτα. Ἀπὸ τῶν παρόντων λάβε ἀπόδειξιν· καὶ περὶ ἐκείνων ἔδωκά σοι ἐνέχυρα· ταῦτα ἐκείνων ἀμείνω. Καὶ τί θέλεις λέγειν; Ταῦτα ἐμά. Ἄκουσον, θύγατερ, καὶ ἴδε. Ταῦτα ἡ προῖξ.
Μετάφραση
Το μεγαλύτερο σου έδωσα. Ποιο; Την απαλλαγή από την αμαρτία. Πώς είναι το μεγαλύτερο; Επειδή η αμαρτία γέννησε τον θάνατο. Τη μητέρα έσφαξα, και τον υιό δεν θα σφάξω; Τη ρίζα ξέρανα, και τον καρπό δεν θα καταστρέψω; Άκουσε, θυγατέρα, και δες. Τι να δω; Νεκρούς να εγείρονται, λεπρούς να καθαρίζονται, τη θάλασσα να χαλιναγωγείται, τον παραλυτικό να στερεώνεται, τον παράδεισο να ανοίγεται, τους άρτους να αναβλύζουν, τα αμαρτήματα να λύνονται, τον χωλό να αναπηδά, τον ληστή να γίνεται πολίτης του παραδείσου, τον τελώνη να γίνεται ευαγγελιστής, την πόρνη να γίνεται σεμνότερη από παρθένο. Άκουσε και δες· άκουσε εκείνα και βλέπε αυτά. Από τα παρόντα λάβε την απόδειξη· και για εκείνα σου έδωσα ενέχυρα· αυτά είναι ανώτερα από εκείνα. Και τι θέλεις να πεις; Αυτά είναι δικά μου. Άκουσε, θυγατέρα, και δες. Αυτά είναι η προίκα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες