εἰ γὰρ ἡ ζωοποιὸς δύναμις ἐν πατρὶ καὶ υἱῷ ἀποδείκνυται καὶ πνεύματι ἁγίῳ κατὰ τὴν τοῦ εὐαγγελίου φωνήν, εἰ τὸ ἄφθαρτόν τε καὶ ἄτρεπτον καὶ τὸ κακοῦ παντὸς ἀνεπίδεκτον, εἰ τὸ ἀγαθὸν καὶ τὸ εὐθὲς καὶ τὸ ἡγεμονικὸν καὶ τὸ πάντα ἐν πᾶσιν ἐνεργοῦν καθὼς βούλεται, εἰ πάντα τὰ τοιαῦτα ὡσαύτως ἔστιν ἰδεῖν ἐπὶ πατρός τε καὶ υἱοῦ καὶ πνεύματος ἁγίου, πῶς ἔστι διὰ τῆς ἐν τούτοις ταὐτότητος τὸ ἑτερογενὲς ἐννοῆσαι; οὐκοῦν τὸ μὴ δεῖν ἀδελφότητά τινα περὶ τὸν μονογενῆ θεωρεῖν ὁ τῆς εὐσεβείας συντίθεται λόγος, τὸ δὲ μὴ εἶναι τῷ υἱῷ ὁμογενὲς τὸ πνεῦμα, τῷ εὐθεῖ τὸ εὐθές, τῷ ἀγαθῷ τὸ ἀγαθόν, τῷ ζωοποιῷ τὸ ζωοποιόν, τοῦτο τῆς αἱρετικῆς κακουργίας ἐκ τῆς τοῦ λόγου ἀκολουθίας σαφῶς ἀποδέδεικται. τί οὖν διὰ τούτων κολοβοῦται ἡ μεγαλειότης τοῦ πνεύματος; οὐδὲν γάρ ἐστι τὸ πλεονασμὸν ἢ ὕφεσιν ἐμποιῆσαι δυνάμενον ἐκ τῶν θεοπρεπῶν νοημάτων, ὧν πάντων κατὰ τὸ ἴσον ἐπιλεγομένων τῷ τε υἱῷ καὶ τῷ πνεύματι παρὰ τῆς ἁγίας γραφῆς ἐν τίνι βλέπει τὸ ἄνισον οὐκ ἂν εἰπεῖν ἔχοι. ἀλλὰ γυμνὴν καὶ ἀκατάσκευον καὶ μηδεμιᾶς ἠρτημένην ἀκολουθίας τὴν κατὰ τοῦ ἁγίου πνεύματος προφέρει ἀσέβειαν. 〈Οὔτε μὴν ἄλλῳ〉, φησί, 〈τινὶ συντασσόμενον· ἁπάντων γὰρ ἀναβέβηκε τῶν διὰ τοῦ υἱοῦ γενομένων ποιημάτων γενέσει καὶ φύσει καὶ δόξῃ καὶ γνώσει, ὡς πρῶτον ἔργον καὶ κράτιστον τοῦ μονογενοῦς μέγιστόν τε καὶ κάλλιστον〉.
Μετάφραση
Διότι, εάν η ζωοποιός δύναμη αποδεικνύεται ότι υπάρχει στον Πατέρα και στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα, σύμφωνα με τη φωνή του Ευαγγελίου, εάν το άφθαρτο και το άτρεπτο και το ανεπίδεκτο κάθε κακού, εάν το αγαθό και το ευθές και το ηγεμονικό και εκείνο που ενεργεί τα πάντα εν πάσι όπως βούλεται, εάν όλα αυτά τα ιδιώματα διαπιστώνονται ομοίως και στον Πατέρα και στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα, πώς είναι δυνατόν, εξαιτίας της ταυτότητας που υπάρχει σε αυτά, να εννοήσει κανείς το ετερογενές; Επομένως, το ότι δεν πρέπει να θεωρούμε καμία σχέση αδελφότητας όσον αφορά τον Μονογενή, το αποδέχεται ο λόγος της ευσέβειας· το να μην είναι όμως το Πνεύμα ομογενές με τον Υιό, το ευθές με το ευθές, το αγαθό με το αγαθό, το ζωοποιό με το ζωοποιό, αυτό έχει αποδειχθεί σαφώς από τη λογική ακολουθία ότι αποτελεί αιρετική κακουργία. Σε τι λοιπόν μειώνεται η μεγαλειότητα του Πνεύματος εξαιτίας αυτών; Διότι δεν υπάρχει τίποτα από τα θεοπρεπή νοήματα που να μπορεί να προκαλέσει πλεονασμό ή υποβιβασμό· και εφόσον όλα αυτά αποδίδονται εξίσου και στον Υιό και στο Πνεύμα από την Αγία Γραφή, δεν θα μπορούσε κανείς να πει σε τι ακριβώς βλέπει την ανισότητα. Αντιθέτως, προβάλλει την ασέβεια κατά του Αγίου Πνεύματος γυμνή και αστήρικτη και χωρίς να βασίζεται σε καμία λογική ακολουθία. «Ούτε βέβαια κατατάσσεται μαζί με κανένα άλλο», λέει, «διότι έχει υπερβεί όλα τα δημιουργήματα που έγιναν μέσω του Υιού, ως προς τη γένεση, τη φύση, τη δόξα και τη γνώση, ως το πρώτο και κράτιστο, το μέγιστο και κάλλιστο έργο του Μονογενούς».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες