Οἱ δὲ αὐτοὶ τῆς νοερᾶς καὶ καινῆς τροφῆς καὶ πόας ἀντιλαμβανόμενοι τῆς ἐν τοῖς ἱεροῖς Εὐαγγελίοις ἐροῦσιν· Εἰς τόπον χλόης ἐκεῖ με κατεσκήνωσεν. Πίνων δὲ τοῦ ὕδατος ὁ εἰσαγόμενος ἐν Χριστῷ, οὔπω δὲ τοῦ οἴνου τοῦ τῆς ἀληθινῆς ἀμπέλου οἷός τε ὢν μεταλαμβάνειν, διὰ τὸ ἔτι πρόβατον εἶναι, τέως δὲ τῷ σωτηρίῳ τρεφόμενος ὕδατι, περὶ οὗ ἐβόα ὁ Σωτὴρ λέγων· Εἴ τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω· καὶ πάλιν· Ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσιν ὕδατος ζῶντος· καὶ αὖθις· Ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα· εἴποι ἄν· Ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως ἐξέθρεψέ με. Ἀλλὰ καὶ πᾶν ἄχθος ἀποθέμενος τῶν παλαιῶν ἁμαρτημάτων διὰ λουτροῦ παλιγγενεσίας καὶ ἀνακαινώσεως Πνεύματος ἁγίου, εἴποι ἄν· Ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως ἐξέθρεψέ με. Ἀναπαύσεως γὰρ ὡς ἀληθῶς ἐκεῖνο τὸ ὕδωρ, δι᾽ οὗ τὸ βαρὺ καὶ ἐπίμοχθον φορτίον τῶν ἁμαρτιῶν τὸ πιεζοῦν τὴν ψυχὴν ἀποῤῥίψας τις, καὶ πάντα ῥύπον καὶ σπίλον καὶ κηλίδα σμηξάμενος, δεσμῶν τε ἀνεθεὶς πολυπλόκων, συνῃσθημένος τούτων ἁπάντων ἐρεῖ· Ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως ἐξέθρεψέ με. Εἶθ᾽ ὥσπερ ἐκλείπων πάλαι τὴν ψυχὴν, ἔπειτα διὰ τῆς ἀποδοθείσης χλόης καὶ τοῦ σωτηρίου ὕδατος ἀναλαβὼν ἑαυτὸν, καὶ ὥσπερ ἐκ θανάτου παλινδρομήσας, φήσει· Τὴν ψυχήν μου ἐπέστρεψε.
Μετάφραση
Και οι ίδιοι, μεταλαμβάνοντας τη νοερή και καινή τροφή και χλόη που υπάρχει στα ιερά Ευαγγέλια, θα πουν: «Σε τόπο χλόης, εκεί με κατεσκήνωσε». Εκείνος δε που μυείται στον Χριστό, πίνοντας από το νερό, μη όντας όμως ακόμη ικανός να μεταλάβει τον οίνο της αληθινής αμπέλου επειδή είναι ακόμη πρόβατο, αλλά τρεφόμενος προς το παρόν με το σωτήριο νερό, για το οποίο φώναζε ο Σωτήρας λέγοντας: «Εάν κάποιος διψά, ας έρθει σε μένα και ας πιει»· και πάλι: «Εκείνος που πίνει από το νερό που εγώ θα του δώσω, ποταμοί ζωντανού νερού θα ρεύσουν από την κοιλιά του»· και πάλι: «Εκείνος που πίνει από το νερό που εγώ θα του δώσω, δεν πρόκειται να διψάσει ποτέ»· θα μπορούσε να πει: «Σε νερό αναπαύσεως με έθρεψε». Αλλά και αποθέτοντας κάθε βάρος των παλαιών αμαρτημάτων μέσω του λουτρού της παλιγγενεσίας και της ανακαινίσεως του Αγίου Πνεύματος, θα μπορούσε να πει: «Σε νερό αναπαύσεως με έθρεψε». Διότι είναι πραγματικά νερό αναπαύσεως εκείνο, μέσω του οποίου, αφού αποβάλει κανείς το βαρύ και επίμοχθο φορτίο των αμαρτιών που πιέζει την ψυχή, και αφού αποπλύνει κάθε ρύπο και σπίλο και κηλίδα, και ελευθερωθεί από πολύπλοκα δεσμά, έχοντας επίγνωση όλων αυτών θα πει: «Σε νερό αναπαύσεως με έθρεψε». Έπειτα, σαν να βρισκόταν παλαιότερα σε ψυχική εξάντληση, και κατόπιν, αφού συνήλθε μέσω της χλόης που του προσφέρθηκε και του σωτήριου νερού, και σαν να επέστρεψε από τον θάνατο, θα πει: «Επανέφερε την ψυχή μου».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες