Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ἔργον

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης – Σχόλια εἰς τοὺς κανόνας τῶν ἁγίων πατέρων

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

Κανόνες του αγίου Τιμοθέου Αλεξανδρείας

Προλεγόμενα, ερωταποκρίσεις και ερμηνεία των δεκαοκτώ κανόνων του αρχιεπισκόπου Τιμοθέου Αλεξανδρείας περί διαφόρων εκκλησιαστικών ζητημάτων.

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

—

Κεφάλαιο 12 από 18

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΤΙΜΟΘΕΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ Τιμόθεος ὁ Ἀλεξανδρείας ἤκμαζεν ἐπὶ τοῦ Βασιλέως Οὐάλεντος, κατὰ τὸ 372. ἔτος. Διάδοχος δὲ τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Πέτρου γενόμενος, τοῦ ὑπὸ τοῦ Οὐάλεντος ἐξορισθέντος διὰ τὴν ἐν Νικαίᾳ πίστιν, Ἀρχιεπίσκοπος κατέστη τῆς Ἀλεξανδρείας εἰκοστὸς τέταρτος, εἰς τὴν σειρὰν τῶν τῆς Ἀλεξανδρείας Ἐπισκόπων εὑρισκόμενος· ἐγένετο δὲ ἄκρος ὑπερασπιστὴς τοῦ ὁμοουσίου. Ἐν δὲ τῇ βʹ. Οἰκουμενικῇ Συνόδῳ, τῇ κατὰ τὸ 381. ἔτος συγκροτηθείσῃ, ἦτο παρὼν ὁ Μακάριος, καὶ τὴν τοῦ ἁγίου Πνεύματος Θεότητα ἀνεκήρυξε. Μετὰ δὲ ζʹ. ἔτη τῆς βʹ.

Οἰκουμενικῆς Συνόδου κοιμηθεὶς ἐν Κυρίῳ, ἀφῆκε διάδοχον τῆς Ἀλεξανδρείας Θεόφιλον. Συνέγραψε δὲ οὗτος βίους πολλῶν καὶ θαυμαστῶν ἀσκητῶν, μάλιστα δὲ τοῦ ἀββᾶ Ἀπολλώ, ἀλλὰ δὴ καὶ τοὺς κατ’ ἐρωταπόκρισιν παρόντας Κανόνας, οἵτινες ἐπικυροῦνται ἀορίστως μὲν ἀπὸ τὸν αʹ. τῆς δʹ. καὶ τὸν αʹ. τῆς ζʹ. ὡρισμένως δὲ ἀπὸ τὸν βʹ. τῆς ϛʹ. Οἰκουμενικῆς, καὶ διὰ τῆς ἐπικυρώσεως ταύτης Οἰκουμενικὴν τρόπον τινὰ ἀναλαμβάνουσι δύναμιν. Εὑρίσκονται δὲ ἐν τῷ βʹ. τόμῳ τῶν Πανδεκτῶν, καὶ τῷ ͵αʹ. τόμῳ τῶν Συνοδικῶν σελ. 352.

Αἱ Ἐρωταποκρίσεις, ἤτοι οἱ ιηʹ. Κανόνες Τιμοθέου, τοῦ ἁγιωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας, ἑρμηνευόμενοι.

Ἐρώτησις Αʹ Ἐὰν παιδίον κατηχούμενον ὡς ἐτῶν ἑπτά, ἢ ἄνθρωπος τέλειος, εὐκαιρήσῃ που, Προσφορᾶς γινομένης, καὶ ἀγνοῶν μεταλάβῃ, τί ὀφείλει γίνεσθαι περὶ αὐτοῦ;

Ἀπόκρισις Φωτισθῆναι ὀφείλει· παρὰ Θεοῦ γὰρ κέκληται.

Ἑρμηνεία Ἐρωτηθεὶς ὁ Θεῖος Πατὴρ οὗτος, ἐὰν παιδίον, ἢ καὶ ἄνδρας τέλειος, ἔτι κατηχούμενος ὤν, τύχῃ ἐπιτήδειον καιρόν, ὅταν εἰς κᾀμμίαν Ἐκκλησίαν γίνεται λειτουργία, καὶ μεταλάβῃ ὄχι καταφρονῶν, ἀλλὰ μὴ ἠξεύρων ὅτι οἱ κατηχούμενοι δὲν πρέπει νὰ μεταλαμβάνουν πρὸ τοῦ Βαπτίσματος· περὶ τούτου, λέγω, ἐρωτηθεὶς ἀποκρίνεται, ὅτι πρέπει νὰ βαπτισθῇ ὁ τοιοῦτος, ἐπειδὴ καὶ ἐκαλέσθη εἰς τοῦτο ἀπὸ τὸν Θεόν. Κάλεσμα γὰρ θεϊκὸν φαίνεται νὰ ᾖναι, τὸ νὰ μὴ ἐμποδίσουν ἀπὸ τὴν Κοινωνίαν τὸν τοιοῦτον οὔτε οἱ παρόντες ἐκεῖσε Χριστιανοί, οὔτε αὐτὸς ὁ κοινωνήσας τοῦτον Ἱερεύς· ἴσως δὲ καὶ τὸ νὰ μὴ τὸν καταλάβουν τότε, ὅτι ἦτο κατηχούμενος, καίτοι πρὸ τοῦ γινώσκοντες αὐτόν. Ὅρα καὶ τὴν πρώτην ὑποσημείωσιν τοῦ βʹ. τῆς αʹ.

Ἐρώτησις Βʹ Ἐὰν δαιμονιζόμενος κατηχούμενος ᾖ, καὶ θελήσῃ αὐτός, ἢ οἱ ἴδιοι αὐτοῦ, ἵνα λάβῃ τὸ ἅγιον βάπτισμα, ὀφείλει λαβεῖν, ἢ οὔ· καὶ μάλιστα, ἐὰν πρὸς θάνατον ἐστίν;

Ἀπόκρισις Ἐὰν ὁ δαιμονιζόμενος μὴ καθαρισθῇ ἀπὸ τοῦ ἀκαθάρτου πνεύματος, οὐ δύναται λαβεῖν τὸ ἅγιον βάπτισμα. Περὶ δὲ τὴν ἔξοδον βαπτίζεται.

Ἑρμηνεία Ἀγκαλὰ καὶ κάθε ἀβάπτιστος κατηχούμενος ἀκάθαρτος εἶναι, διὰ τί ἔχει εἰς τὸν ἑαυτόν του τὴν ἀκαθαρσίαν τῆς προπατορικῆς ἁμαρτίας, καὶ πνεῦμα ἔχει πονηρόν, ὁποῦ ἐμφωλεύει μέσα εἰς τὴν καρδίαν του, καὶ κρυπτῶς εἰς τὸ βάθος τῆς ψυχῆς του ἐνεργεῖ, κινοῦν αὐτὸν εἰς ἁμαρτίας, κατ’ ἐξοχῆς ὅμως τρόπον ἀκάθαρτος λογίζεται ἐκεῖνος ὁ ἀβάπτιστος κατηχούμενος, ὁποῦ καὶ φανερῶς ἐνεργεῖται ἀπὸ δαιμόνιον. Φαίνεται γάρ, ὅτι διὰ προαιρετικὰς ἁμαρτίας του ἔδωκε χώραν εἰς τὸν δαίμονα νὰ τὸν ἐνεργῇ ἔτσι φανερῶς καὶ νὰ τὸν διασπαράσσῃ.

Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Ἅγιος οὗτος ἐρωτηθείς, ἂν ἠμπορῇ νὰ βαπτισθῇ ὁ τοιουτοτρόπως φανερὰ δαιμονιζόμενος, ἀπεκρίθη, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ, ἕως οὗ νὰ καθαρισθῇ, ἤτοι, ἕως οὗ νὰ ἐλευθερωθῇ ἀπὸ τὴν φανερὰν ἐνέργειαν τοῦ δαίμονος· ἕνα μέν, διὰ τί αὐτὸς ἔγινεν αἴτιος, διὰ τῶν προαιρετικῶν ἁμαρτημάτων του, νὰ ἐνεργῇ ἔτσι αὐτὸν ὁ δαίμων, καὶ ἄλλο δέ, ἵνα μή, ἐν ᾧ καιρῷ βαπτίζεται, τύχῃ νὰ δαιμονισθῇ, καὶ ἔξω φρενῶν γενόμενος, δὲν νοῇ νὰ ἀποκρίνεται εἰς τὰς γενομένας ἐν τῷ βαπτίσματι ἐρωτήσεις, καὶ ἀκολούθως δὲν καταλάβῃ τοῦ Μυστηρίου τὴν χάριν καὶ δύναμιν. Ἐὰν ὅμως ὁ τοιοῦτος κινδυνεύσῃ νὰ ἀποθάνῃ, λέγει ὁ Ἅγιος, νὰ βαπτίζεται ἵνα μὴ ἐκβῇ ἀπὸ ταύτην τὴν ζωὴν χωρὶς τὴν σφραγῖδα τοῦ θείου Βαπτίσματος, καὶ ὑστερηθῇ διὰ τοῦτο τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἀνάγνωθι καὶ τὸν οθʹ.

Ἀποστολικόν.

Ἐρώτησις Γʹ Ἐὰν πιστός τις ὤν, δαιμονίζηται, ὀφείλει μεταλαμβάνειν τῶν ἁγίων Μυστηρίων ἢ οὔ;

Ἀπόκρισις Ἐὰν μὴ ἐξαγορεύῃ τὸ Μυστήριον, μήτε ἄλλως πως βλασφημῇ, μεταλαμβανέτω μὴ μέντοι καθ’ ἑκάστην· ἀρκεῖ γὰρ αὐτῷ κατὰ Κυριακὴν μόνον.

Ἑρμηνεία Ἐρωτηθεὶς ὁ Ἅγιος, ἂν πρέπῃ ὁ δαιμονιζόμενος νὰ μεταλαμβάνῃ τὰ θεῖα Μυστήρια; ἀποκρίνεται διὰ τοῦ παρόντος Κανόνος ὅτι νὰ μεταλαμβάνῃ ναί, ὄχι ὅμως καθ’ ἑκάστην ἡμέραν, ἀλλὰ μόνον εἰς κάθε Κυριακήν, κατὰ τὸν Ἀριστηνὸν καὶ τὸν Ἀρμενόπουλον (Τμῆμ.

εʹ. ἐπιγραφ. βʹ. τῆς ἐπιτομῆς τῶν Κανόνων), ἢ (κατ’ ἄλλους) κατὰ τοὺς καιροὺς ἐκείνους, ὁποῦ δὲν δαιμονίζεται, καὶ ἀνίσως ἐν τῷ καιρῷ ὁποῦ σωφρονεῖ, δὲν βλασφημῇ τὰ θεῖα Μυστήρια, μηδὲ ἐξαγορεύῃ αὐτά, ἤτοι φανερόνῃ τυχόν, ὅτι αὐτὰ εἶναι ψωμὶ καὶ κρασὶ κοινόν, μὴ πιστεύων ὅτι ἀληθῶς εἶναι Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, ὥστε, περὶ δαιμονιζομένου ἐδῶ λέγει ὁ Ἅγιος, ὁποῦ δὲν ἐνεργεῖται συνεχῶς, ἀλλὰ πότε καὶ πότε, εἰς διαστήματα καιροῦ, κατὰ τὸν Βαλσαμῶνα καὶ Ζωναρᾶν, ἑρμηνεύοντας τὸν οθʹ. Ἀποστολικόν, ὃν καὶ ἀνάγνωθι.

Ἐρώτησις Δʹ Ἐάν τις κατηχούμενος, ὢν ἀσθενής, γένηται ἐκ φρενός, καὶ μὴ δύναται αὐτὸς ὁμολογῆσαι τὴν πίστιν, καὶ παρακαλῶσιν οἱ ἴδιοι αὐτοῦ, ἵνα λάβῃ τὸ ἅγιον βάπτισμα, ἕως ζῇ, ὀφείλει λαβεῖν, ἢ οὔ;

Ἀπόκρισις Ὀφείλει λαβεῖν, ἐὰν μὴ ὑπὸ πνεύματος ἀκαθάρτου πειράζηται.

Ἑρμηνεία Ἐρωτήθη ὁ Ἅγιος, ἀνίσως πρέπει νὰ βαπτισθῇ τινας κατηχούμενος, ὅστις ἀσθενήσῃ τόσον, ὥστε ὁποῦ, ἀπὸ τὴν ἀσθένειαν νὰ ἐκβῇ ἔξω ἀπὸ τὸν νοῦν του (καθὼς ἀκολουθεῖ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τοὺς ἔχοντας λοιμικὴν), καὶ δὲν δύναται αὐτὸς μόνος του νὰ ἀποκριθῇ τὰς συνήθεις ἀποκρίσεις τοῦ βαπτίσματος, οἱ δὲ συγγενεῖς αὐτοῦ βλέποντες αὐτὸν οὕτω, παρακαλοῦσι διὰ νὰ βαπτισθῇ, ἐπειδή, ἂν καὶ τότε διὰ τὴν ἀσθένειαν, δὲν ἠμπορῇ νὰ ὁμολογήσῃ τὴν πίστιν καὶ νὰ ζητήσῃ τὸ βάπτισμα, ἀλλ’ ὅμως μὲ τὸ νὰ ἔγινε προλαβὼν κατηχούμενος, ἔδειξε μὲ τοῦτο, ὅτι θέλει καὶ ἀγαπᾷ τὴν τῶν Χριστιανῶν πίστιν καὶ τὸ Βάπτισμα προαιρετικῶς, καὶ μάλιστα ὅταν πρὸ τῆς ἀσθενείας ἐζήτει τὸ βάπτισμα, διά τινας ὅμως αἰτίας ἀνέβαλεν αὐτό, ὡς λέγει ὁ Ζωναρᾶς ἐν τῇ ἑρμ. τοῦ νβʹ. τῆς Καρθαγ. Πλὴν ἀνίσως ἀπὸ δαιμόνιον ἐνεργούμενος, ἐκβῆκεν ἔξω φρενῶν, νὰ μὴ βαπτίζεται, ἕως οὗ νὰ καθαρισθῇ, ὡς προείπομεν. Ἀνάγνωθι καὶ τὸν οθʹ. Ἀποστολικόν, καὶ ιβʹ. τῆς Νεοκαισαρείας.

Ἐρώτησις Εʹ Ἐὰν γυνὴ συγγένηται μετὰ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς τὴν νύκτα, ἤγουν, ὁ ἀνὴρ μετὰ τῆς γυναικός, καὶ γένηται σύναξις, ὀφείλουσι μεταλαβεῖν, ἢ οὔ;

Ἀπόκρισις Οὐκ ὀφείλουσι, τοῦ Ἀποστόλου βοῶντος, «Μὴ ἀποστερῆτε ἀλλήλους, εἰ μή τι ἂν ἐκ συμφώνου πρὸς καιρόν, ἵνα σχολάσητε τῇ προσευχῇ· καὶ πάλιν ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνέρχεσθε, ἵνα μὴ πειράζῃ ὑμᾶς ὁ σατανᾶς διὰ τὴν ἀκρασίαν ὑμῶν».

Ἑρμηνεία Πρὸς τὸν ἐρωτήσαντα, ἀνίσως πρέπῃ νὰ λάβῃ τὰ θεῖα Μυστήρια, τὸ πρωὶ γινομένης λειτουργίας, τὸ ἀνδρόγυνον ὁποῦ σμίξῃ σαρκικῶς κατὰ τὴν ἀμέσως περασμένην νύκτα; ἀπεκρίθη διὰ τοῦ παρόντος Κανόνος ὁ Ἅγιος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεταλαμβάνῃ· καὶ φέρει εἰς μαρτυρίαν τὸν λόγον τοῦ Ἀποστόλου, ὁποῦ παραγγέλλει εἰς τὰ ἀνδρόγυνα νὰ μὴ ἀποστεροῦν τὸ ἕνα μέρος ἀπὸ τὸ ἄλλο τὴν σαρκικὴν μίξιν, πάρεξ μὲ συμφωνίαν καὶ τῶν δύω μερῶν, τότε δὲ μόνον νὰ μὴ σμίγουν, ὅταν γίνεται ἱερὰ λειτουργία, τὸ Σάββατον καὶ τὴν Κυριακήν, καὶ ἁπλῶς ὅλας τὰς ἑορτάς, διὰ νὰ μεταλάβουν (ἔτσι γὰρ ἑρμηνεύουσι τό, ἵνα σχολάσητε τῇ προσευχῇ, τόσον ὁ ιγʹ. τοῦ ἰδίου τούτου Ἁγίου, ὅσον καὶ ὁ τρίτος τοῦ Ἁγίου Διονυσίου, οὓς καὶ ἀνάγνωθι), καὶ πάλιν νὰ σμίγουν σαρκικῶς, καὶ τοῦτο νὰ κάμνουν διὰ τὴν ἀκράτητόν τους ἐπιθυμίαν, διὰ νὰ μὴ πειράζῃ αὐτοὺς ὁ σατανᾶς, παρακινῶν αὐτοὺς νὰ πορνεύουν καὶ νὰ μοιχεύουν εἰς ξένας γυναῖκας καὶ ξένους ἄνδρας.

Ἐρώτησις ΣΤʹ Ἐὰν γυνὴ κατηχουμένη δέδωκε τὸ ὄνομα αὐτῆς ἵνα φωτισθῇ, καὶ περὶ τὴν ἡμέραν τοῦ βαπτίσματος αὐτῆς γέγονεν αὐτῇ τὰ κατ’ ἔθος τῶν γυναικείων, ὀφείλει φωτισθῆναι αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ, ἢ ὑπερθέσθαι, καὶ πόσον ὑπερθέσθαι;

Ἀπόκρισις Ὑπερθέσθαι ὀφείλει, ἕως οὗ καθαρισθῇ.

Ἑρμηνεία Ἐκεῖνοι οἱ κατηχούμενοι ἢ κατηχούμεναι, ὁποῦ ἔμελλον νὰ βαπτισθοῦν, πρὸ ἡμερῶν ἀπεγράφοντο κατ’ ὄνομα ἀπὸ τοὺς ἐπιστάτας τῶν Ἐκκλησιῶν, οἵτινες καὶ ὠνομάζοντο φωτιζόμενοι καὶ ἐκλεκτοὶ (καὶ ὅρα τὸν ιδʹ. τῆς αʹ). Καὶ λοιπὸν ἀπὸ τότε προετοιμάζοντο εἰς τὸ ἅγιον Βάπτισμα μὲ περισσότερον πόθον καὶ ἀγῶνα, ἀπὸ ὅσον ἔκαμναν εἰς τὸν ἄλλον καιρόν, ὁποῦ ἦσαν κατηχούμενοι. Τούτων οὕτως εἰρημένων, ἀποκρίνεται διὰ τοῦ παρόντος Κανόνος ὁ Ἅγιος, ὅτι ἀνίσως γυνή τις κατηχουμένη ἀπογράψῃ τοιουτοτρόπως τὸ ὄνομά της καὶ ἑτοιμάζεται τὸ Βάπτισμα, κατ’ αὐτὴν τὴν ἡμέραν ὁποῦ μέλλει νὰ βαπτισθῇ, ἔλθουν τὰ συνήθη καὶ γυναικεῖά της, νὰ μὴ βαπτίζεται ἡ τοιαύτῃ, ἀλλὰ νὰ ἀναβάλῃ τὸν καιρόν, ἕως οὗ νὰ καθαρισθῇ ἀπὸ αὐτά. Ὅρα καὶ τὸν βʹ. τοῦ Διονυσίου.

Ἐρώτησις Ζʹ Ἐὰν γυνὴ ἴδῃ τὰ κατ’ ἔθος τῶν γυναικείων αὐτῆς, ὀφείλει προσέρχεσθαι τοῖς Μυστηρίοις αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ, ἢ οὔ;

Ἀπόκρισις Οὐκ ὀφείλει, ἕως οὗ καθαρισθῇ.

Ἑρμηνεία Ὁμοίως καὶ μὲ τὸν ἀνωτέρω, ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει νὰ μὴ μεταλαμβάνῃ ἡ γυνὴ τὰ θεῖα Μυστήρια κατὰ τὰς ἡμέρας ὁποῦ ἔχει τὰ συνήθη καὶ γυναικεῖά της, ἀλλὰ τότε νὰ μεταλαμβάνῃ, ὅταν καθαρισθῇ ἀπὸ αὐτά. Ὅρα καὶ τὸν βʹ. Διονυσίου.

Ἐρώτησις Ηʹ Γυνὴ ἐὰν γεννήσῃ τὸ Πάσχα καὶ ὀφείλει νηστεῦσαι, μὴ πιεῖν οἶνον, ἢ ἀπολύεται τῆς νηστείας καὶ τοῦ μὴ πιεῖν οἶνον, διὰ τὸ γεννῆσαι;

Ἀπόκρισις Ἡ νηστεία ἐπενοήθη διὰ τὸ σῶμα ταπεινῶσαι· εἰ οὖν τὸ σῶμα ἐν ταπεινώσει ἐστὶ καὶ ἀσθενείαις, ὀφείλει μεταλαβεῖν, καθὼς βούλεται καὶ δύναται βαστάσαι τροφῆς καὶ ποτοῦ.

Ἑρμηνεία Ἐρωτηθεὶς ὁ Πατὴρ οὗτος, ἂν πρέπῃ ἡ γυναῖκα ὁποῦ γεννήσει κατὰ τὴν μεγάλην τεσσαρακοστὴν τοῦ Πάσχα, κατὰ τὸν Βαλσαμῶνα καὶ Βλάσταριν, νὰ συγχωρῆται εἰς τὸ νὰ λύσῃ τὴν νηστείαν καὶ νὰ πίῃ κρασί; Ἀποκρίνεται, ὅτι πρέπει νὰ συγχωρηθῇ, ἐπειδὴ ἡ νηστεία γίνεται διὰ ταπείνωσιν καὶ χαλιναγωγίαν τοῦ σώματος, ἀνίσως δὲ τὸ σῶμα ἦναι τεταπεινωμένον καὶ ἀσθενές, πρέπει νὰ φάγῃ ἐκεῖνο τὸ ἀρκετὸν φαγητὸν καὶ ποτόν, μὲ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀσθένειάν του καὶ νὰ συσταθῇ. Ὅρα καὶ τὸν ξθʹ. Ἀποστολικόν.

Ἐρώτησις Θʹ Εἰ ὀφείλει Κληρικὸς εὔχεσθαι, παρόντων Ἀρειανῶν, ἢ ἄλλων αἱρετικῶν; ἢ οὐδὲν αὐτὸν βλάπτει, ὁπόταν αὐτὸς ποιῇ τὴν εὐχήν, ἤγουν τὴν προσφοράν;

Ἀπόκρισις Ἐν τῇ θείᾳ ἀναφορᾷ ὁ Διάκονος προσφωνεῖ πρὸ τοῦ ἀσπασμοῦ. «Οἱ ἀκοινώνητοι περιπατήσατε.» Οὐκ ὀφείλουσιν οὖν παρεῖναι, εἰ μὴ ἂν ἐπαγγέλλωνται μετανοεῖν καὶ ἐκφεύγειν τὴν αἵρεσιν.

Ἑρμηνεία Ἐρωτήθη ὁ Πατὴρ οὗτος, ἂν πρέπῃ ὁ Ἱερεὺς νὰ προσφέρῃ ἀναίμακτον ἱερουργίαν, ὅταν ᾖναι παρόντες Ἀρειανοὶ καὶ ἁπλῶς αἱρετικοί, καὶ ἀποκρίνεται, ὅτι ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἱερουργίας ὁ Διάκονος φωνάζει νὰ ἔκβουν ἔξω τοῦ ναοῦ ὅσοι εἶναι Κατηχούμενοι, λέγων· Ὅσοι Κατηχούμενοι προέλθετε (τοῦτο γὰρ δηλοῖ τό, οἱ ἀκοινώνητοι περιπατήσατε). Ἀνίσως λοιπόν, ὅσοι εἶναι Κατηχούμενοι δὲν συγχωροῦνται νὰ σταθοῦν ἐν τῷ καιρῷ, ὅταν γίνεται ἡ θεία λειτουργία, πόσῳ μᾶλλον οἱ αἱρετικοί; ἔξω μόνον, ἂν ὑπόσχωνται νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν αἵρεσιν· πλὴν καὶ τότε πάλιν δὲν πρέπει νὰ ἀφίνωνται μέσα εἰς τὸν ναόν, ἀλλὰ νὰ στέκωνται ἔξω μὲ τοὺς Κατηχουμένους. Εἰ δὲ τοιουτοτρόπως δὲν ὑπόσχονται, οὐδὲ μὲ τοὺς Κατηχουμένους συγχωροῦνται νὰ στέκουν, ἀλλὰ νὰ ἀποδιώκωνται κατὰ τὸν Βαλσαμῶνα.

Ἐρώτησις Ιʹ Ἐάν τις ᾖ ἀσθενῶν καὶ ἐκτακεὶς πάνυ ἀπὸ τῆς πολλῆς ἀσθενείας, καὶ ἔλθῃ τὸ ἅγιον Πάσχα, πάντως ὀφείλει νηστεῦσαι, ἢ ἀπολύει αὐτὸν ὁ Κληρικὸς λαμβάνειν, ὃ δύναται, ἢ καὶ ἔλαιον καὶ οἶνον, διὰ πολλὴν αὐτοῦ ἀσθένειαν;

Ἀπόκρισις Ἀπολύεσθαι ὀφείλει μεταλαμβάνειν καὶ τῆς τροφῆς καὶ τοῦ ποτοῦ ὁ ἀσθενῶν, πρὸς ὃ δύναται βαστάσαι. Τὸ γὰρ μεταλαμβάνειν ἐλαίου τὸν ἅπαξ ἐκτακέντα δίκαιόν ἐστιν.

Ἑρμηνεία Ἐρωτηθεὶς οὗτος ὁ θεῖος Πατήρ, ἂν ὁ πολλὰ ἀσθενής, καὶ μὲ ὑπερβολὴν καταξηρανθεὶς ἀπὸ τὴν πολλὴν ἀσθένειαν, πρέπει ἐν τῇ Μʹ. Πάσχα νὰ νηστεύσῃ ἀπαραιτήτως, ἀπεχόμενος οἴνου καὶ ἐλαίου, ὡς καὶ οἱ ὑγιεῖς, ἢ ἂν πρέπῃ νὰ συγχωρηθῇ νὰ φάγῃ ἔλαιον καὶ νὰ πίῃ οἶνον διὰ τὴν πολλὴν ἀσθένειαν, ἀποκρίνεται, ὅτι πρέπει νὰ συγχωρηθῇ ὁ τοιοῦτος νὰ λάβῃ τὸ ἱκανὸν φαγητὸν καὶ ποτόν, μὲ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ βαστάσῃ καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀσθένειάν του, καθὼς ἤθελε διορισθῇ ἀπό τινα θεοφοβούμενον ἰατρόν· διότι δίκαιον εἶναι νὰ τρώγῃ λάδι ἐκεῖνος ὁποῦ τελείως ἐξηράνθη ἀπὸ τὴν ἀσθένειαν. Ὅρα καὶ τὸν ξθʹ. Ἀποστολικόν.

Ἐρώτησις ΙΑʹ Ἐάν τις καλέσῃ Κληρικὸν εἰς τὸ συζεῦξαι γάμον, ἀκούσῃ δὲ τὸν γάμον παράνομον, ἢ θειογαμίαν, ἤγουν ἀδελφὴν τελευτησάσης γυναικὸς τὴν μέλλουσαν ζεύγνυσθαι, εἰ ὀφείλει ἀκολουθῆσαι ὁ Κληρικός, ἢ προσφορὰν ποιῆσαι;

Ἀπόκρισις Ἅπαξ εἴπατε. Ἐὰν ἀκούσῃ ὁ Κληρικὸς τὸν γάμον παράνομον, εἰ οὖν ὁ γάμος παράνομός ἐστιν, οὐκ ὀφείλει ὁ Κληρικὸς κοινωνεῖν ἁμαρτίαις ἀλλοτρίαις.

Ἑρμηνεία Ἐρωτήθη ὁ Ἅγιος, ἀνίσως τινὰς Ἱερεὺς καλεσθῇ εἰς τὸ νὰ εὐλογήσῃ γάμον, ἔπειτα μάθῃ, ὅτι αὐτὸς ὁ γάμος εἶναι παράνομος (τυχόν, διὰ τί ὁ ἀνὴρ μέλλει νὰ λάβῃ εἰς γυναῖκα τὴν θείαν του, ἢ τὴν ἀδελφὴν τῆς ἀποθανούσης γυναικός του, ταὐτὸν εἰπεῖν, δύω ἀδελφὰς ζητεῖ νὰ λάβῃ, ἢ καὶ ἄλλην συγγένισσάν του), ἐὰν αὐτὸς ὁ Ἱερεὺς πρέπῃ νὰ τοὺς εὐλογήσῃ, ἢ νὰ λειτουργήσῃ, ταῦτα, λέγω, ἐρωτηθείς, ἀποκρίνεται διὰ τοῦ παρόντος Κανόνος, ὅτι, ἂν Ἱερεὺς μάθῃ πῶς ὁ γάμος εἶναι παράνομος, δὲν πρέπει οὔτε νὰ τοὺς εὐλογήσῃ, οὔτε νὰ λειτουργήσῃ, καὶ ἀκολούθως δὲν πρέπει καὶ αὐτὸς νὰ συγκοινωνῇ εἰς τὰς ξένας ἁμαρτίας, ἤτοι εἰς τὸν παράνομον γάμον τους, καὶ εἰς τὰ ἐπιτίμια τοῦ τὸν τοιοῦτον γάμον ἱερολογήσαντος Ἱερέως.

Ἐρώτησις ΙΒʹ Ἐὰν ὀνειρασθεὶς ὁ λαϊκός, ἐρωτήσῃ Κληρικόν, ὀφείλει ἐπιτρέψαι αὐτῷ κοινωνῆσαι, ἢ οὔ;

Ἀπόκρισις Εἰ μὲν ὑπόκειται ἐπιθυμία γυναικός, οὐκ ὀφείλει· εἰ δὲ ὁ σατανᾶς πειράζει αὐτόν, ἵνα διὰ τῆς προφάσεως ταύτης ἀλλοτριώσῃ τῆς κοινωνίας τῶν θείων Μυστηρίων, ὀφείλει κοινωνῆσαι, ἐπεὶ οὐ παύσεται ὁ πειράζων κατ’ ἐκεῖνον τὸν καιρόν, ὅτε ὀφείλει κοινωνεῖν, ἐπιτιθέμενος αὐτῷ.

Ἑρμηνεία Ἐρωτηθεὶς ὁ Πατὴρ οὗτος, ἂν πρέπῃ νὰ μεταλαμβάνῃ ὁ ἐνυπνιασθεὶς λαϊκὸς κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν ὁποῦ ἐνυπνιάσθη, ἀποκρίνεται διὰ τοῦ παρόντος Κανόνος ὅτι, εἰ μὲν αὐτὸς ἔπαθε τοῦτο ἀπὸ ἐπιθυμίαν ἢ ἐνθύμησιν γυναικός, δὲν πρέπει νὰ κοινωνήσῃ, ἐπειδὴ καὶ ἡ ἐμπαθὴς αὐτὴ ἐνθύμησις, κατόπιν τῆς ὁποίας ἡ ῥεῦσις ἠκολούθησεν, ἐμόλυνε τὴν διάνοιάν του. Εἰ δὲ τοιαύτη ἐπιθυμία καὶ ἐνθύμησις δὲν ἠκολούθησεν, ἀλλὰ μόνον ὁ σατανᾶς ἀπὸ τὸν φθόνον του ἐπείραξεν αὐτὸν διὰ νὰ τὸν ἐμποδίσῃ ἀπὸ τὸν ἁγιασμὸν τῶν θείων Μυστηρίων, πρέπει νὰ μεταλάβῃ, ἐπειδή, ἂν δὲν μεταλάβῃ, δὲν θέλει παύσει ὁ σατανᾶς νὰ τὸν πειράζῃ, καὶ μὲ τέτοιον τρόπον νὰ τὸν ἐμποδίζῃ, ὅταν ἑτοιμάζεται νὰ κοινωνήσῃ. Ἀνάγνωθι καὶ τὸν δʹ. Διονυσίου.

Ἐρώτησις ΙΓʹ Τοῖς ζευγνυμένοις εἰς γάμον, περὶ ποίων ἡμερῶν τῆς ἑβδομάδος παρατίθεσθαι χρὴ ἀπέχεσθαι τῆς πρὸς ἀλλήλους κοινωνίας; καὶ ποίας ἡμέρας ἔχειν ἐπ’ ἐξουσίας;

Ἀπόκρισις Ἃ προείρηκα καὶ νῦν λέγω. Ὁ Ἀπόστολος λέγει, «μὴ ἀποστερεῖτε ἀλλήλους, εἰ μή τι ἂν ἐκ συμφώνου πρὸς καιρόν, ἵνα σχολάζητε τῇ προσευχῇ». Καὶ πάλιν «ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνέρχεσθε, ἵνα μὴ πειράζῃ ὑμᾶς ὁ σατανᾶς διὰ τὴν ἀκρασίαν ὑμῶν». Ἐξ ἀνάγκης δὲ τὸ Σάββατον καὶ τὴν Κυριακὴν ἀπέχεσθαι δεῖ, διὰ τὸ ἐν αὐταῖς τὴν πνευματικὴν θυσίαν ἀναφέρεσθαι τῷ Κυρίῳ.

Ἑρμηνεία Ἐρωτήθη ὁ Ἅγιος, εἰς ποίας ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος πρέπει νὰ μὴ σμίγουν τὰ ἀνδρόγυνα, καὶ ἀπεκρίθη διὰ τοῦ παρόντος Κανόνος, φέρων εἰς μαρτυρίας τὰ λόγια τοῦ Παύλου τὰ ῥηθέντα πρὸς τὰ ἀνδρόγυνα, ἤγουν μὴ ἀποστερεῖτε τὸ ἕνα μέρος ἀπὸ τὸ ἄλλο ἀπὸ τὴν σαρκικὴν μίξιν, πάρεξ νὰ μὴ σμίγετε μὲ συμφωνίαν καὶ τὰ δύω μέρη πρὸς καιρόν, διὰ νὰ καταγίνεσθε εἰς τὴν προσευχήν, καὶ πάλιν νὰ σμίγετε, διὰ νὰ μὴ σᾶς πειράζῃ ὁ σατανᾶς διὰ τὴν ἀκρασίαν σας. Ἐξηγῶντας δὲ ὁ Ἅγιος ποῖον καιρὸν καὶ ποίαν προσευχὴν ἐννοεῖ ὁ Παῦλος νὰ μὴ σμίγουν τὰ ἀνδρόγυνα, λέγει, ὅτι εἶναι τὸ Σάββατον καὶ ἡ Κυριακὴ (καὶ ἁπλῶς κάθε ἑορτὴ), εἰς τὰς ὁποίας ἡμέρας πρέπει νὰ μὴ σμίγουν αὐτά, διὰ τί τότε ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς ταύτας ἐγίνετο πνευματικὴ θυσία, ἤτοι ἱερὰ λειτουργία, καὶ ἔπρεπε νὰ ἑτοιμασθοῦν διὰ νὰ μεταλάβουν τὰ θεῖα Μυστήρια. Ὅρα καὶ τὸν γʹ. τοῦ Διονυσίου.

Ἐρώτησις ΙΔʹ Ἐάν τις μὴ ἔχων ἑαυτὸν χειρίσηται, ἢ κριμνήσῃ ἑαυτόν, εἰ γίνεται προσφορὰ περὶ αὐτοῦ, ἢ οὔ;

Ἀπόκρισις Ὑπὲρ αὐτοῦ διακρῖναι ὁ Κληρικὸς ὀφείλει, εἰ τὸ ἀληθὲς ἔκφρων ὤν, πεποίηκε τοῦτο. Πολλάκις γὰρ οἱ διαφέροντες τῷ πεπονθότι, θέλοντες τυχεῖν τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ὑπὲρ αὐτοῦ εὐχῆς, καταψεύδονται καὶ λέγουσιν, ὅτι οὐκ εἶχεν ἑαυτόν. Ἐνίοτε δὲ ἀπὸ ἐπηρείας ἀνθρώπων, ἢ ἄλλως πως ἀπὸ ὀλιγωρίας πεποίηκε τοῦτο, καὶ οὐ χρὴ προσφορὰν ἐπάνω αὐτοῦ γενέσθαι· αὐτοφονευτὴς γὰρ ἑαυτοῦ ἐστι. Δεῖ οὖν πάντως τὸν Κληρικὸν μετὰ ἀκριβείας ἐρευνῆσαι, ἵνα μὴ ὑπὸ κρίμα πέσῃ.

Ἑρμηνεία Ἐρωτήθη ὁ θεῖος οὗτος Πατήρ, ἂν πρέπῃ νὰ γένῃ λειτουργία καὶ μνημόσυνον διὰ ἐκεῖνον τὸν ἄνθρωπον, ὁποῦ ἐφόνευσεν, ἢ ἐκρήμνισεν, ἢ ἔπνιξεν, ἢ ἐκρέμασεν, ἢ κατὰ ἄλλον τρόπον ἐθανάτωσε τὸν ἑαυτόν του, μὴ ἔχωντας τὸν νοῦν σῶον καὶ ὑγιᾶ, εἴτε ἀπὸ δαιμόνιον, εἴτε ἀπὸ ἀσθένειαν, καὶ ἀποκρίνεται μὲ τὸν παρόντα Κανόνα λέγων, ὅτι, ὅποιος Ἱερεὺς καὶ ὅποιος ἄλλος Κληρικὸς προσκαλεσθῇ εἰς τὸ νὰ τὸν μνημονεύσῃ, πρέπει νὰ ἐξετάζῃ καλὰ μὲ ἀκρίβειαν, ἂν τῇ ἀληθείᾳ ὤντας ἔξω ἀπὸ τὰς φρένας του ὁ τοιοῦτος, ἐθανάτωσε τὸν ἑαυτόν του· διότι, πολλαῖς φοραῖς οἱ συγγενεῖς καὶ οἱ οἰκεῖοι τοῦ τοιούτου, θέλοντες νὰ μνημονευθῇ καὶ νὰ ψαλθῇ ἀπὸ τοὺς Ἱερεῖς, καὶ λειτουργία νὰ γένῃ ὑπὲρ τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν του, λέγουν ψεύματα, ὅτι ἦτο ἔξω φρενῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐθανάτωσε τὸν ἑαυτόν του. Μερικαῖς φοραῖς δὲ θανατόνει τινὰς τὸν ἑαυτόν του, ἢ ἀπὸ κᾀμμίαν βλάβην καὶ ἐνόχλησιν ὁποῦ ἔλαβεν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἢ ἀπὸ ὀλιγοψυχίαν καὶ λύπην ὑπερβολικήν, ἢ ἄλλην κᾀμμίαν ἀφορμήν, θέλωντας καὶ ἔχωντας τὸν νοῦν του ὑγιᾶ, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ γένῃ λειτουργία καὶ μνημόσυνον, ἐπειδὴ καὶ ἐστάθη αὐτὸς τοῦ ἑαυτοῦ του φονεύς.

Ἐρώτησις ΙΕʹ Ἐάν τις γυνὴ πνευματιᾷ, ὥστε καὶ σίδηρα φορεῖν, ὁ δὲ ἀνὴρ λέγων, ὅτι οὐ δύναμαι ἐγκρατεύεσθαι καὶ θέλω λαβεῖν ἄλλην, ὀφείλει λαβεῖν ἑτέραν, ἢ οὔ;

Ἀπόκρισις Μοιχεία μεσολαβεῖ τῷ πράγματι, καὶ περὶ τούτου τί ἀποκρίνασθαι οὐκ ἔχω, οὐδὲ ἐφευρίσκω.

Ἑρμηνεία Ἐρωτηθεὶς ὁ Ἅγιος, ἀνίσως γυναῖκά τινος δαιμονίζηται τόσον, ὥστε ὁποῦ νὰ τὴν δένουν μὲ σίδηρα καὶ ἁλύσεις, (τυχόν, ἢ διὰ νὰ μὴ φύγῃ, ἢ διὰ νὰ μὴ θανατώσῃ τὸν ἑαυτόν της, ἢ ἄλλον τινὰ), ὁ δὲ ἄνδρας αὐτῆς μὴ δυνάμενος νὰ σωφρονῇ καὶ νὰ ἐγκρατεύεται ἀπὸ τὴν σαρκικὴν μίξιν (ἐπειδὴ μὲ τὴν γυναῖκά του νὰ σμίξῃ οὕτω ἔχουσαν δὲν ἠμπορεῖ), ζητεῖ νὰ λάβῃ ἄλλην γυναῖκα, ἂν πρέπῃ νὰ λάβῃ ἄλλην, ἢ ὄχι; Τοῦτο, λέγω, ἐρωτηθείς, ἀποκρίνεται διὰ τοῦ παρόντος Κανόνος, ὅτι περὶ τούτου δὲν ἔχει, οὔτε ἐφευρίσκει τί νὰ ἀποκριθῇ, ἐπειδὴ ἂν αὐτὸς πάρῃ ἄλλην γυναῖκα, μοιχεία εἰς τὸ πάρσιμον αὐτὸ ἀκολουθεῖ· διότι ἀπέλυσε τὴν πρώτην γυναῖκά του, χωρὶς λόγου πορνείας, κατὰ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου ὁποῦ εἶπεν. «Ὃς ἂν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὑτοῦ, παρεκτὸς λόγου πορνείας, ποιεῖ αὐτὴν μοιχᾶσθαι.» Ὅρα καὶ τὸν μηʹ. καὶ οθʹ. Ἀποστολικόν. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐκλογὴ τῶν νόμων Λέοντος καὶ Κωνσταντίνου τῶν Βασιλέων (τίτλ. ιγʹ. σελ. 107. τοῦ βʹ. βιβλ. τῆς Γιοῦρ. Γραικορωμ.) προστάζει νὰ μὴ χωρίζωνται: οὕτω γάρ φησιν. «Εἰ δὲ συμβῇ ἐξ αὐτῶν, ἵνα μετὰ τὸν γάμον ὑπὸ δαίμονος κυριευθῆναι, καὶ ἐκ τῆς τοιαύτης αἰτίας ἀπ’ ἀλλήλων μὴ χωρίζεσθαι.» Ὅθεν ἐδῶ ὁ ἴδιος Λέων ἀναιρεῖ τὴν κάτω Νεαράν του. Ὅρα καὶ τὴν ὑποσημείωσιν εἰς τὸ περὶ ἀῤῥαβῶνος Κεφάλαιον.

Ἐρώτησις ΙϚʹ Ἐάν τις νηστεύων ἐπὶ τῷ κοινωνῆσαι, νιπτόμενος τὸ στόμα, ἢ ἐν τῷ βαλανείῳ κατέπιεν ὕδωρ μὴ θέλων, ὀφείλει κοινωνῆσαι;

Ἀπόκρισις Ναί. Ἐπεὶ εὑρὼν ὁ σατανᾶς ἀφορμὴν τοῦ κωλύειν αὐτὸν τῆς Κοινωνίας, συχνότερον τοῦτο ποιήσει.

Ἑρμηνεία Ἐρωτήθη ὁ Ἅγιος, ἀνίσως πρέπῃ νὰ μεταλάβῃ ἐκεῖνος ὁποῦ νηστεύων καὶ ἑτοιμαζόμενος νὰ μεταλάβῃ, ἔτυχε νὰ καταπίῃ νερὸν στανικῶς, ἢ εἰς καιρὸν ὁποῦ ἔνιπτε τὸ στόμα του, ἢ εἰς καιρὸν ὁποῦ εὑρίσκετο εἰς τὸ λουτρόν; καὶ πρὸς τοῦτο ἀποκρίνεται διὰ τοῦ παρόντος Κανόνος, ὅτι πρέπει νὰ μεταλάβῃ, ἐπειδὴ ἂν ἐμποδισθῇ, συχνὰ θέλει κάμνει τὸν τοιοῦτον ὁ διάβολος νὰ καταπίνῃ νερὸν διὰ συνεργείας του, διὰ νὰ τὸν ἐμποδίσῃ ἀπὸ τὰ θεῖα Μυστήρια.

Ἐρώτησις ΙΖʹ Συχνῶς ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ποιοῦντες, ἆρα ὑπὸ κατάκρισιν ἐσμέν;

Ἀπόκρισις Εἰ καὶ μὴ ποιοῦμεν, ἀλλ’ οὐκ ἐνδέχεται μὴ μέμφεσθαι ἑαυτούς, ὅτι ἀκούοντες παρακούομεν. Μέρος δὲ σωτηρίας ἐστὶ καὶ τὸ μέμφεσθαι ἑαυτούς.

Ἑρμηνεία Ἐρωτήθη ὁ Ἅγιος τάχα κατακεκριμένοι εἴμεθα, διὰ τί ἀκούομεν μόνον συχνάκις τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, μὲ τὰ ἔργα δὲ δὲν κάμνομεν ἐκεῖνα ὁποῦ ἀκούομεν; καὶ ἀποκρίνεται, ὅτι πρέπει νὰ τὸν ἀκούωμεν, κᾂν καὶ μὲ τὸ ἔργον δὲν τὸν κάμνωμεν. Διὰ τί ἀγκαλὰ καὶ δὲν τὸν ἐργαζόμεθα, ὅμως ἀδύνατον εἶναι νὰ μὴ κατηγοροῦμεν καὶ τὸν ἑαυτόν μας, ὅτι ἀκούοντες αὐτόν, παρακούομεν καὶ δὲν κάμνομεν καθὼς ἀκούομεν. Τὸ δὲ νὰ κατηγοροῦμεν τὸν ἑαυτόν μας, μέρος σωτηρίας εἶναι καὶ αὐτό, ὡσὰν ὁποῦ γεννᾷ εἰς τὴν ψυχήν μας ταπείνωσιν, διὰ μέσου τῆς ὁποίας ἵλεως γίνεται ὁ Θεὸς εἰς τὰς ἁμαρτίας μας καὶ μᾶς δικαιοῖ, καθὼς καὶ τὸν ἁμαρτωλὸν μέν, ταπεινὸν δὲ Τελώνην, ὑπὲρ τὸν ἐνάρετον μέν, ὑπερήφανον δὲ Φαρισαῖον, ἐδικαίωσεν.

Ἐρώτησις ΙΗʹ Ἐκ ποίας κείρας κρίνονται παρὰ Θεοῦ τὰ ἁμαρτήματα;

Ἀπόκρισις Πρὸς τὴν γνῶσιν καὶ τὴν φρόνησιν ἑκάστου. Οἱ μὲν ἀπὸ δεκαετοῦς κείρας, οἱ δὲ καὶ μείζονος.

Ἑρμηνεία Ἐρωτήθη καὶ περὶ τούτου ὁ Πατὴρ οὗτος, ἀπὸ ποίαν ἡλικίαν τοῦ ἀνθρώπου κρίνονται παρὰ Θεοῦ τὰ ἁμαρτήματα; καὶ ἀποκρίνεται ὅτι, κατὰ τὴν γνῶσιν καὶ τὴν φρόνησιν τοῦ κάθε ἀνθρώπου, ἔτσι κρίνονται καὶ τὰ ἁμαρτήματά του. Διότι, ἐκεῖνα μὲν τὰ παιδία ὁποῦ εἶναι φύσεως δεξιᾶς καὶ ἔξυπνα, αὐτὰ εὐκολώτερα καὶ ὀγλιγωρότερα διακρίνουσι τὸ καλὸν ἀπὸ τὸ κακόν, διὰ τοῦτο καὶ ἀπὸ δέκα χρόνων κρίνονται παρὰ Θεοῦ τὰ ἁμαρτήματά των. Ἐκεῖνα δὲ ὁποῦ ἐξ ἐναντίας εἶναι φύσεως νωθρᾶς, καὶ νοὸς ἀποκοιμημένου, δυσκολώτερα καὶ ἀργότερα ἔρχονται εἰς τὴν τοῦ καλοῦ καὶ κακοῦ διάκρισιν, ὅθεν καὶ ἀπὸ περισσοτέρους χρόνους τῆς ἡλικίας των κρίνονται παρὰ Κυρίου τὰ ἁμαρτήματά των. Ὅρα καὶ τὴν ὑποσημ. τοῦ μʹ. τῆς ϛʹ.