Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ἔργον

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης – Σχόλια εἰς τὰ τοπικὰ σύνοδα

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

Σχόλια στην Τοπική Σύνοδο της Καρθαγένης: Κανόνες ΡΔ΄-ΡΜΑ΄

Ερμηνεία των κανόνων περί συγκλήσεως συνόδων, εκδικάσεως υποθέσεων, αποδοχής αιρετικών και της θεολογικής καταδίκης του Πελαγιανισμού σχετικά με τη θεία χάρη.

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

—

Κεφάλαιο 14 από 15

ΚΑΝΩΝ ΡΔʹ. Ἤρεσεν, ὥστε μὴ εἶναι περαιτέρω ἐνιαυσίαν ἀνάγκην τοῦ συντρίβεσθαι τοὺς ἀδελφούς, ἀλλ’ ὁσάκις ἂν κοινὴ χρεία καλέσοι, τοὐτέστι πάσης τῆς Ἀφρικῆς γραμμάτων διδομένων ὁθενδήποτε ἐν ταύτῃ τῇ ἐπαρχίᾳ, ἔνθα ἡ χρεία καὶ ἐπιτηδειότης συνωθήσει, αἱ δὲ αἰτίαι, αἱ μὴ οὖσαι κοιναὶ ἐν ταῖς ἰδίαις ἐπαρχίαις κριθῶσιν.

Ἑρμηνεία. Τὸ μὲν νὰ γίνεται εἰς κάθε ἐπαρχίαν μερικὴ Σύνοδος διὰ νὰ κρίνῃ τὰς μερικὰς καὶ ἰδιαζούσας ἀμφιβολίας καὶ ὑποθέσεις ὁποῦ τύχουν κατ’ ἔτος, συγχωρεῖ ὁ παρὼν Κανών, κατὰ τὸν Ἀνώνυμον ἑρμηνευτήν. Οὐ δὲ γὰρ ἄλλως αἱ ἐπαρχιωτικαὶ αὗται καὶ μερικαὶ ὑποθέσεις λύονται, εἰ μὴ διὰ Συνόδου, καὶ κατὰ τοῦτο συμφωνεῖ μὲ τοὺς λοιποὺς Κανόνας τοὺς περὶ τῆς τοιαύτης Συνόδου διοριζομένους. Τὸ δὲ νὰ γίνεται Σύνοδος κοινὴ ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν. τῆς Ἀφρικῆς κατ’ ἔτος, ὡς ἐν τῷ κϛʹ. διορίζεται, δὲν συγχωρεῖ εἰς τὸ ἑξῆς, διὰ τὴν δυσκολίαν καὶ κακουχίαν τῆς ὁδοιπορίας. Πλὴν καὶ αὕτη νὰ γίνεται, λέγω, ὅταν τύχῃ κἀμμία χρεία κοινή, εἴτε κατ’ ἔτος ἕν, εἴτε δύο. Νὰ γίνεται δέ, στελλομένων γραμμάτων πρὸς τὸν Καρχηδόνος, κᾀκείνου διορίζοντος τὸν ἐπιτήδειον τόπον, ὅπου ἔχει ἡ Σύνοδος νὰ συγκροτηθῇ.

Ὅρα καὶ τὸν λζʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ ΡΕʹ. Ἐὰν δὲ γένηται ἔκκλητος καὶ ἐπιλέξηται ὁ ἐκκαλεσάμενος δικαστάς, καὶ μετ’ αὐτοῦ κᾀκεῖνος, καθ’ οὗ ἐξεκαλέσατο, τοῦ λοιποῦ ἀπὸ τούτων μηδενὶ ἐξέστω ἐκκαλεῖσθαι.

Ἑρμηνεία. Ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει ὅτι, ἐὰν ὁ ἐνάγων καὶ ὁ ἐναγόμενος διαλέξουν αἱρετοὺς κριτὰς διὰ νὰ κρίνουν τὴν μεταξὺ αὐτῶν ὑπόθεσιν, εἰς τὸ ἑξῆς πλέον νὰ μὴ ἠμποροῦν νὰ μεταθεωρήσουν τὴν κρίσιν αὐτῶν εἰς ἄλλο κριτήριον, ἀλλὰ νὰ στέργουν καὶ οἱ δύω εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτῶν. Ὅρα καὶ τὸν ιϛʹ. τῆς παρούσης Συνόδου, καὶ τὸν οδʹ. Ἀποστολικόν, καὶ τὸν ϛʹ. τῆς βʹ. καὶ τὸν θʹ. τῆς δʹ.

ΚΑΝΩΝ ΡΣΤʹ. Ἤρεσε πρὸς τούτοις, ὥστε ἐκβιβαστὰς ἐν πᾶσι τοῖς τῆς Ἐκκλησίας χρειώδεσι πέντε ἐπιλεγῆναι αἰτηθῆναι, οἵτινες ἐν ταῖς διαφόροις ἐπιμερισθήσονται ἐπαρχίαις.

Ἑρμηνεία. Οἱ ἐκβιβασταὶ ὁποῦ ἀναφέρει ὁ παρὼν Κανὼν φαίνεται νὰ ἦσαν Βασιλικοὶ ἄρχοντες, οἱ ὁποῖοι ἔφερον εἰς ἔκβασιν καὶ πέρας τὰς ψήφους καὶ ἀποφάσεις, ὁποῦ ἤθελον δώσει κατά τινων οἱ Ἀρχιερεῖς, ἐμποδίζοντες μὲ ἐξουσίαν τοὺς ἀπειθεῖς καὶ ἐναντιουμένους εἰς αὐτάς, καὶ σωφρονίζοντες αὐτούς, ἢ τοὺς διαφεντεύοντας αὐτοὺς μὲ παιδείας, ἀπὸ τοὺς ὁποίους πέντε ζητεῖ ἡ σύνοδος νὰ διαλεχθοῦν, καὶ νὰ σταλοῦν ἀπὸ τὸν Βασιλέα, διὰ νὰ μοιρασθοῦν εἰς διαφόρους ἐπαρχίας τῆς Ἀφρικῆς.

Ὅρα καὶ τὸν κζʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ ΡΖʹ. Ἤρεσεν ἔτι μήν, ἵνα ἐξ ὀνόματος πασῶν τῶν ἐπαρχιῶν οἱ πορευθησόμενοι πρεσβευταί, Βικέντιος καὶ Φουρτουνατιανός, αἰτήσωσιν ἀπὸ τῶν ἐνδοξοτάτων Βασιλέων, ὥστε δοθῆναι ἄδειαν τοῦ καταστῆσαι ἐκδίκους σχολαστικούς, οἵτινες αὐτὸ τοῦτο τὸ λειτούργημα τοῦ ἐκδικεῖν τὰ πράγματα, ἐπιτήδευμα ἔχουσι καὶ ἵνα ὡς Ἱερεῖς τοῖς τῆς ἐπαρχίας, οἱ αὐτοὶ οἱ τὴν ἐκδίκησιν τῶν Ἐκκλησιῶν ἀναδεξάμενοι, εὐχερῶς δυνηθῶσιν ὑπὲρ τῶν τῆς Ἐκκλησίας πραγμάτων, ὁσάκις ἀνάγκη ἀπαιτήσῃ, πρὸς τὸ ἀντιστῆναι τοῖς ἀνακύπτουσι, καὶ ἀναφέρειν τὰ ἀναγκαῖα, καὶ εἰς τὰ σήκρητα τῶν δικαστηρίων εἰσιέναι.

Ἑρμηνεία. Καὶ οὗτος ὁ Κανὼν παρομοίως μὲ τὸν πγʹ. τῆς αὐτῆς διορίζει, ὅτι εἰς ὄνομα τῶν ἐπαρχιῶν ὅλης τῆς Ἀφρικῆς νὰ ζητήσουν ἀπὸ τοὺς Βασιλεῖς οἱ ἀποστελλόμενοι τοποτηρηταί, διὰ νὰ κατασταθοῦν ἔκδικοι σχολαστικοί, ἤτοι ὀφείλοντες νὰ σχολάζουν, καὶ ἐπιτήδευμα νὰ ἔχουν καθ’ αὑτὸ τὸ νὰ ἐκδικοῦν, καὶ νὰ διαφεντεύουν τὰ πράγματα τῶν Ἐκκλησιῶν, τὸ νὰ ἀντιστέκωνται εἰς τοὺς ἐναντίους, καὶ τὸ νὰ ἀναφέρουν, ἢ διὰ γραμμάτων, ἢ αὐτοπροσώπως τὰς ἀναγκαίας ὑποθέσεις εἰς τὰ σήκρητα, ἤτοι κριτήρια. Σεκέρνω γὰρ λατινικῶς θέλει νὰ εἰπῇ διακρίνω. Ὅρα τὸν κζʹ. Ἀποστολικόν, καὶ τὸν πγʹ. τῆς παρούσης.

ΚΑΝΩΝ ΡΗʹ. Ἤρεσεν, ὥστε αὐτεξούσιον τὴν τοποτηρησίαν ἔχειν τοὺς ἐπὶ τὸ κομητάτον πεμφθέντας ἐπιλέκτους τοποτηρητάς.

Ἑρμηνεία. Δὲν εἶναι εὐκαταφρόνητος ἡ εἴδησις ὁποῦ λαμβάνομεν ἀπὸ τὸν παρόντα Κανόνα. Μανθάνομεν γὰρ ἐξ αὐτοῦ, ὅτι οἱ τοποτηρηταὶ οἱ ἀποστελλόμενοι, ἢ πρὸς τὸν Βασιλέα, ἢ πρὸς τὴν Σύνοδον, ἔχουν τὴν αὐτεξουσιότητα νὰ πράττουν ὄχι μόνον ἐκεῖνα ὁποῦ ἤκουσαν καὶ ἐδιωρίσθησαν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα ὁποῦ αὐτοὶ ἀφ’ ἑαυτῶν ἐπινοήσωσιν ὡς συμφέροντα καὶ καλά, τόσον εἰς τοὺς ἀποσταλέντας, ὅσον καὶ εἰς τοὺς ἀποστείλαντας αὐτούς.

ΚΑΝΩΝ ΡΘʹ. Ἤρεσε κᾀκεῖνο, ἵνα οἱ ὄχλοι οἱ μηδέποτε ἰδίους ἐσχηκότες Ἐπισκόπους, εἰμὴ ἐκ πάσης τῆς Συνόδου ἑκάστης ἐπαρχίας καὶ τοῦ πρωτεύοντος, ψήφισμα γένηται, καὶ κατὰ συναίνεσιν ἐκείνου, οὗ τινος ὑπὸ τὴν διοίκησιν καθίστατο ἡ αὐτὴ Ἐκκλησία, μηδαμῶς δέξωνται.

Ἑρμηνεία. Καὶ οὗτος ὃ Κανὼν διορίζει νὰ μὴ γίνωνται εἰς μικρὰς παροικίας καὶ πόλεις Ἐπίσκοποι, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἐπεκράτησε συνήθεια ἄνωθεν καὶ ἐξ ἀρχῆς νὰ γίνωνται. Τότε δὲ μόνον νὰ γίνωνται, ὅταν καὶ ὁ Μητροπολίτης ἢ ὁ Πατριάρχης ψηφίσῃ αὐτοὺς μετὰ πάσης τῆς Συνόδου τῆς ἐπαρχίας, ἢ διοικήσεως (ὅρα ὑποσημ. τοῦ ϛʹ. τῆς βʹ.) καὶ ὁ Ἐπίσκοπος στέρξῃ τοῦτο, ὑπὸ τὴν Ἐπισκοπὴν τοῦ ὁποίου εὑρίσκεται ἡ παροικία, ἡ μέλλουσα αὐτοὺς λαβεῖν. Ὅρα τὸν ϛʹ. τῆς ἐν Σαρδικ. καὶ τὸν λδʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ ΡΙʹ. Ἤρεσεν, ἵνα κᾀκεῖνοι δηλαδὴ οἱ λαοί, οἱ ἀπὸ τῶν Δονατιστῶν ἐπιστρέφοντες καὶ Ἐπισκόπους ἐσχηκότες παρὰ γνώμην τῆς Συνόδου, τούτους ἀναμφιβόλους ἔχειν ἀξιωθῶσιν. Οἵτινες δὲ λαοὶ ἐσχήκασιν Ἐπίσκοπον, καὶ τούτου τελευτήσαντος, οὐκ ἠθέλησαν ἴδιον Ἐπίσκοπον ἔχειν, ἀλλὰ πρὸς ἄλλου τινὸς Ἐπισκόπου διοίκησιν ἀναδραμεῖν ἀνήκει, τοῦτο μὴ ὀφείλειν τούτοις ἀρνηθῆναι. Οὐ μήν, ἀλλὰ κᾀκεῖνο ἀνηνέχθη, ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι οἱ πρὸ τοῦ Βασιλικοῦ νόμου, τοῦ περὶ ἑνότητος προκομιζομένου, οἵτινες δήποτε πρὸς τὴν καθολικὴν ἐπιστρέψουσι τοὺς λαούς, οὓς εἶχον αὐτοί, τούτους κατέχειν ὀφείλουσι. Μετὰ δὲ τὸν νόμον τῆς ἑνότητος καὶ ἐπέκεινα, χρὴ πάσας τὰς Ἐκκλησίας καὶ τὰς διοικήσεις αὐτῶν, καὶ ἐάν τινα τυχὸν ὧσι δικαιώματα, τοῖς δικαίοις ἀνήκοντα τῶν αὐτῶν Ἐκκλησιῶν, διεκδικεῖσθαι ὑπὸ τῶν καθολικῶν Ἐπισκόπων τῶν ἐν τοῖς τόποις ἐκείνοις, ἐν οἷς κατείχοντο παρὰ τῶν αἱρετικῶν, εἴτε ἐπιστρεφόντων λοιπὸν πρὸς τὴν καθολικήν, εἴτε μὴ ἐπιστρεφόντων. Καὶ ἐάν τινές τισι κατεχρήσαντο μετὰ τὸν Βασιλικὸν νόμον, ὀφείλειν ταῦτα ἀποκαθίστασθαι.

Ἑρμηνεία. Διορίζει ὁ παρὼν Κανών, ὅτι πρὸ τοῦ μὲν νὰ δοθῇ ὁ Βασιλικὸς νόμος, ὁ προστάζων νὰ ἑνωθοῦν οἱ Δονατισταὶ μὲ τὴν καθολικὴν Ἐκκλησίαν, ἐὰν Ἐπίσκοποί τινες Δονατισταὶ ἐπεστράφησαν, ἐπεστράφησαν δὲ καὶ οἱ λαοὶ ἐκείνων, εἴτε ἀφ’ ἑαυτῶν, εἴτε διὰ τῆς συνεργείας ἐκείνων, καὶ μετὰ τὴν ἐπιστροφὴν ἔλαβον τοὺς αὐτοὺς ἐκ Δονατιστῶν ἐπιστραφέντας Ἐπισκόπους τους, ὁποίους εἶχον καὶ πρὸ τῆς ἐπιστροφῆς, ἂς τοὺς ἔχουν ἀναμφιβόλως, κᾂν καὶ παρὰ γνώμην τῆς Συνόδου τοὺς ἔλαβον· ἐὰν δὲ ἀποθανόντων τῶν τοιούτων Ἐπισκόπων, θελήσουν οἱ λαοὶ αὐτῶν νὰ μὴ ἔχουν πλέον χωριστόν τους Ἐπίσκοπον, ἀλλὰ νὰ ὑποτάσσωνται εἰς τὴν διοίκησιν ἄλλου Ἐπισκόπου, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκουσιν, ἂς μὴ ἐμποδίζωνται ἀπὸ τοῦτο. Ἀφ’ οὗ ὅμως ἐδόθη ὁ ἀνωτέρω νόμος περὶ ἑνότητος, ὅλας τὰς Ἐκκλησίας, τὰς εὑρισκομένας ἐν τοῖς τόποις τῶν ἐπιστραφέντων Δονατιστῶν μὲ τὰς ἐνορίας αὐτῶν καὶ δικαιώματα νὰ διοικοῦσιν οἱ τῶν ὀρθοδόξων Ἐπίσκοποι, κᾂν οἱ ἐκ τῶν Δονατιστῶν ἐπέστρεψαν αὐτούς, κᾂν δὲν τοὺς ἐπέστρεψαν.

Καὶ ἂν ἀπεξένωσαν οἱ Δονατισταὶ Ἐπίσκοποι κᾀνένα ὑποστατικὸν ἀπὸ τὰς Ἐκκλησίας, δαπανήσαντες αὐτό, ἢ πωλήσαντες (καὶ ὅρα πῶς ὀνομάζει κατάχρησιν τὴν ἀποξένωσιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων), χρεωστοῦν νὰ τὸ ἐπαναστρέφουσιν εἰς τὰς ἐχούσας αὐτὰ Ἐκκλησίας. Ὅρα καὶ τὸν ληʹ. Ἀποστολικόν, καὶ τὸν νεʹ. τῆς παρούσης.

ΚΑΝΩΝ ΡΙΑʹ. Μαυρέντιος Ἐπίσκοπος εἶπε, κριτὰς αἰτῶ τὸν ἁγιώτατον Σάγκτιππον, Αὐγουστῖνον τὸν ἁγιώτατον, Φλωρεντῖνον, Θεάσιον, Σαμψύχιον, Σεκοῦνδον καὶ Ποσείδιον. Τοῦτο ψηφισθῆναί μοι κελεύσατε. Ἡ ἁγία Σύνοδος ἐπένευσε τοὺς αἰτηθέντας κριτάς.

Τοὺς λοιποὺς δὲ ἀναγκαίους δικαστὰς πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἀριθμοῦ αὐτοῖς, τοῖς ἀπὸ τῆς νέας Γερμανοῦ, γέρουσιν, ἐπιλέξασθαι ψηφίσεται ὁ γέρων Σάγκτιππος.

Ἑρμηνεία. Καὶ διὰ τοῦ μερικοῦ τούτου Κανόνος μανθάνομεν, ὅτι δίδεται ἄδεια ἀπὸ τὴν Σύνοδον εἰς τοὺς κατηγορουμένους Ἐπισκόπους παρά τινων, νὰ ζητοῦσιν οἵους θέλουσι κριτὰς αἱρετούς, καθὼς καὶ εἰς τὸν κατηγορηθέντα τοῦτον Μαυρέντιον Ἐπίσκοπον ἐδόθη τότε αὕτη ἡ ἄδεια.

Ἀριθμοῦ δὲ ἀναπλήρωσις εἶναι ὁ τῶν ιβʹ. Ἐπισκόπων, οἵτινες ὡρίσθησαν νὰ κρίνουν τὸν κάθε Ἐπίσκοπον, κατὰ τὸν ιβʹ. τῆς παρούσης. Ὅρα καὶ τὸν ιϛʹ. ταύτης, καὶ τὸν οδʹ. Ἀποστολικόν, καὶ τὸν ϛʹ. τῆς βʹ. καὶ τὸν θʹ. τῆς δʹ.

ΚΑΝΩΝ ΡΙΒʹ. Ἤρεσεν ἔτι μήν, ὥστε περὶ τῆς διχονοίας τῆς Ῥωμαϊκῆς καὶ Ἀλεξανδρινῆς Ἐκκλησίας, πρὸς τὸν ἁγιώτατον Πάπαν Ἰννοκέντιον γραφῆναι, ὅπως ἑκατέρα Ἐκκλησία πρὸς ἀλλήλας εἰρήνην φυλάξωσιν, ἣν ὁ Κύριος παραγγέλλει.

Ἑρμηνεία. Διαφορά, ὡς φαίνεται ἀπὸ τὸν παρόντα Κανόνα, ἠκολούθησεν ἀνάμεσα εἰς τοὺς Ῥωμαίους καὶ Ἀλεξανδρινούς. Διὰ τὴν ὁποίαν ἐφάνη εὔλογον εἰς τὴν Σύνοδον ταύτην νὰ γράψῃ πρὸς τὸν τότε Ἰννοκέντιον, ἵνα διαλλαγῶσι καὶ εἰρηνεύσουν ἀναμεταξύ των αἱ Ἐκκλησίαι, καθὼς ὁ Κύριος παραγγέλλει λέγων. Ποτὲ μέν, «εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν». Ποτὲ δέ, «εἰρηνεύετε ἐν ἀλλήλοις.» Ὅρα δὲ ἐνταῦθα τὴν τοπικὴν Σύνοδον διορθώνουσαν καὶ συμβουλεύουσαν τὸν τῆς Ῥώμης Μονάρχην.

ΚΑΝΩΝ ΡΙΓʹ. Ἤρεσεν ὥστε, κατὰ τὴν Εὐαγγελικὴν καὶ Ἀποστολικὴν ἐπιστήμην, μήτε ὁ ἀπὸ γυναικὸς ἐαθείς, μήτε ἡ ἀπὸ ἀνδρὸς καταληφθεῖσα, ἑτέρῳ συζευχθῇ, ἀλλ’ ἢ οὕτω μείνωσιν, ἢ ἑαυτοῖς καταλλαγῶσιν. Οὗπερ ἐὰν καταφρονήσωσι, πρὸς μετάνοιαν καταναγκασθῶσιν, ἐν ᾧ πράγματι νόμον Βασιλικὸν ἐκτεθῆναι χρεὼν αἰτῆσαι.

Ἑρμηνεία. Προστάζει ὁ παρὼν Κανών, ὅτι οἱ γάμοι νὰ μὴ χωρίζωνται ἄνευ λόγου πορνείας. Ἐὰν δὲ καὶ ἀφήση, ἢ ὁ ἄνδρας τὴν γυναῖκα, ἢ ἡ γυνὴ τὸν ἄνδρα, νὰ μὴ δύνανται νὰ δευτεροϋπανδρευθοῦν, ἀλλὰ ἢ νὰ ἀγαπηθοῦν πάλιν καὶ νὰ ἑνωθοῦν, ἢ ἂν δὲν ἑνωθοῦν, νὰ μένουν καὶ οἱ δύο ἄγαμοι, καθὼς καὶ ὁ Κύριος ἐν Εὐαγγελίοις διδάσκει, λέγων· «Οὓς ὁ Θεὸς συνέζευξεν, ἄνθρωπος μὴ χωριζέτω· καὶ ὁ ἀπολύων τὴν γυναῖκα αὑτοῦ, παρεκτὸς λόγου πορνείας, ποιεῖ αὐτὴν μοιχᾶσθαι.» Καὶ ὁ Ἀπόστολος παρὰ τοῦ Κυρίου μαθών, εἰς τοὺς ὑπανδρευθέντας, λέγει· «Παραγγέλλω ὄχι ἐγώ, ἀλλ’ ὁ Κύριος, ἡ γυνὴ ἀπὸ τὸν ἄνδρα νὰ μὴ χωρίζεται, εἰ δὲ καὶ χωρισθῇ, ἂς μένη ἄγαμος, ἢ ἂς φιλιώνεται μὲ τὸν ἄνδρα της. Καὶ ὁ ἄνδρας τὴν γυναῖκα ἂς μὴ ἀφίνῃ. Ἐὰν δὲ χωρισθέντες δευτεροϋπανδρευθοῦν, νὰ ἀναγκασθῶσι πρὸς μετάνοιαν, ἤτοι νὰ ἀναγκάζωνται καὶ οἱ δύω νὰ μετανοήσουν, ὡς μοιχείαν ποιήσαντες.» Περὶ τούτου δὲ τοῦ πράγματος λέγει ἡ Σύνοδος, ὅτι πρέπει νὰ ζητήσουν ἀπὸ τὸν Βασιλέα διὰ νὰ διορίσῃ καὶ νόμον πολιτικόν. Ὅρα καὶ τὸν μηʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ ΡΙΔʹ. Ἤρεσε καὶ τοῦτο, ὥστε τὰς κεκυρωμένας ἐν τῇ Συνόδῳ ἱκεσίας, εἴτε προοίμια, εἴτε ὑποθέσεις, εἴτε παραθέσεις, εἴτε τὰς τῆς χειρὸς ἐπιθέσεις, ἀπὸ πάντων ἐκτελεῖσθαι, καὶ παντελῶς ἄλλας κατὰ τῆς πίστεως μηδέποτε προενεχθῆναι· ἀλλ’ αἵτινες δήποτε ἀπὸ τῶν συνετωτέρων συνήχθησαν, λεχθήσονται.

Ἑρμηνεία. Αἱ παρὰ τῶν Ἱερέων λεγόμεναι εὐχαὶ πρὸς τὸν Θεὸν εἰς τὰς ἐν Ἐκκλησίᾳ ἱκεσίας, διάφοροι εἶναι, ἐπειδὴ ἄλλαι μὲν λέγονται προοίμια καὶ προλεγόμενα, ὡσὰν ὁποῦ πρῶτον καὶ κατ’ ἀρχὰς λέγονται, ἄλλαι δὲ λέγονται ὑποθέσεις, ἢ καὶ ἐπιλεγόμενα, ὡσὰν ὁποῦ λέγονται μετὰ τὰς καθ’ αὑτὸ εὐχάς, ἄλλαι δὲ ὀνομάζονται παραθέσεις, ὡσὰν ὁποῦ παρατίθενται καὶ ἀφιερόνουν τὸν λαὸν εἰς τὸν Θεόν, καὶ ἄλλαι τελευταῖον λέγονται εἰς τὰς ἐπιθέσεις τῶν χειρῶν, τόσον δηλ. αἱ εὐχαὶ ὁποῦ λέγει ὁ Ἀρχιερεὺς ἐν ταῖς χειροτονίαις ἐπιθεὶς τὴν χεῖρα εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ χειροτονουμένου, ὅσον καὶ αἱ συγχωρητικαὶ εὐχαί, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἀναγινώσκῃ ὁ Ἀρχιερεύς, ἢ κατὰ ἄδειαν τούτου, ὁ Ἱερεύς, ἐπιθεὶς τὴν χεῖρα ἐπάνω εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ μετανοοῦντος, (περὶ οὗ ὅρα τὸν ηʹ. τῆς αʹ.). Ταύτας λοιπὸν τὰς εὐχὰς διορίζει ὁ παρὼν Κανὼν νὰ λέγωσιν ὅλοι· τὰς κεκυρωμένας ὅμως ἀπὸ τὴν Σύνοδον καὶ ἀπὸ τοὺς σοφωτέρους, καὶ ὄχι τὰς νέας τὰς παρά τινων συνθεμένας κατὰ τῆς πίστεως καὶ μὴ κεκυρωμένας Συνοδικῶς. Ὅρα καὶ τὸν ιηʹ. Λαοδικείας.

ΚΑΝΩΝ ΡΙΕʹ. Ἤρεσεν ἵνα, ὅστις δήποτε ἀπὸ τοῦ Βασιλέως διάγνωσιν δημοσίων δικαστηρίων αἰτήσοι, τῆς ἰδίας τιμῆς στερηθείη. Ἐὰν δὲ κρίσιν Ἐπισκοπικὴν ἀπὸ τοῦ Βασιλέως αἰτήσῃ, μηδὲν αὐτῷ ἐμποδίσοι.

Ἑρμηνεία. Ὅλοι οἱ Ἱερωμένοι πρέπει νὰ κρίνωνται εἰς τὰ ἐκκλησιαστικὰ κριτήρια καὶ ὄχι εἰς τὰ ἐξωτερικά. Διὰ τοῦτο ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει, ὅτι ὅποιος Ἐπίσκοπος ἢ Κληρικὸς ζητήσῃ ἀπὸ τὸν Βασιλέα νὰ κριθῇ ἡ ὑπόθεσίς του εἰς πολιτικὰ κριτήρια, νὰ καθαίρεται. Εἰ δὲ καὶ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν Βασιλέα κριτήριον ἐκκλησιαστικόν, ἤτοι νὰ συναχθοῦν διὰ προσταγῆς του οἱ Ἐπίσκοποι καὶ νὰ θεωρήσουν τὴν αὐτοῦ ὑπόθεσιν, τότε δὲν θέλει ἐπιτιμηθῇ ὡς ἄτοπόν τι ποιήσας.

Πᾶσαι γὰρ αἱ Σύνοδοι Οἰκουμενικαί τε καὶ τοπικαὶ τοιουτοτρόπως, ἤτοι διὰ Βασιλικῆς προσταγῆς συνηθροίσθησαν. Ὅρα καὶ τὸν οδʹ. Ἀποστολικόν, τὸν ϛʹ. τῆς βʹ. καὶ τὸν θʹ. τῆς δʹ.

ΚΑΝΩΝ ΡΙϚʹ. Ὅστις δήποτε μὴ κοινωνῶν ἐν τῇ Ἀφρικῇ, εἰς τὰ περαματικὰ πρὸς τὸ κοινωνεῖν ὑφερπύσει, τὴν ζημίαν τῆς κληρώσεως ἀναδέξεται.

Ἑρμηνεία. Διορίζει ὁ παρὼν Κανὼν ὅτι, ἐάν τινας Κληρικὸς ἀκοινώνητος, ἤτοι ἀφωρισμένος ὢν εἰς τὴν Ἀφρικήν, ὑπάγῃ κρυφίως εἰς τὰ μέρη τῆς Ἰταλίας, καὶ δολερῶς λάβῃ παρὰ τῶν ἐκεῖσε τὴν κοινωνίαν καὶ ἕνωσιν, εἰπὼν τυχὸν ψεύματα εἰς αὐτούς, ὅτι εἶναι κοινωνικός· οὗτος θέλει καθαιρεθῇ διὰ τὴν ἀπάτην καὶ δολιότητα ὁποῦ ἐμεταχειρίσθη. Ἀνάγνωθι τὸν ιβʹ. καὶ λβʹ. καὶ μάλιστα τὸν ιγʹ. Ἀποστολικὸν μὲ τὴν παράλληλον αὐτῶν σειράν.

ΚΑΝΩΝ ΡΙΖʹ. Ἤρεσεν ἵνα, ὅστις δήποτε πρὸς τὸ κομητάτον πορευθῆναι θελήσοι, ἐν τῇ ἀπολυτικῇ τῇ ἐπὶ τὴν Ἐκκλησίαν Ῥώμης πεμπομένην, κατάδηλος γένηται. Διό, ἐὰν ὁ λαβὼν ἀπολυτικὴν πρὸς τὴν Ῥώμην μόνον, σιωπήσας τὴν ἀνάγκην, δι’ ἣν εἰς τὸ κομητάτον αὐτὸν χρὴ πορευθῆναι, θελήσοι εὐθέως εἰς τὸ κομητάτον βαδίσαι, ἀποκινηθῇ τῆς κοινωνίας. Ἐὰν δὲ ἐκεῖσε ἐν τῇ Ῥώμη αἰφνίδια ἀνάγκη ἀναφυῇ τοῦ ἀπελθεῖν εἰς τὸ κομητάτον, ἐμφανίσῃ αὐτὴν τὴν ἀνάγκην τῷ Ἐπισκόπῳ Ῥώμης, καὶ παρακομίσῃ ἀντίγραφον τοῦ αὐτοῦ τῆς Ῥώμης Ἐπισκόπου· αἱ ἀπολυτικαὶ δὲ αἱ ἀπὸ τῶν πρωτευόντων, ἢ τῶν οἱωνδήποτε Ἐπισκόπων τοῖς ἰδίοις Κληρικοῖς διδόμεναι, σχῶσι τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα. Ἐὰν δὲ ἀκμὴν ἡ ἡμέρα τοῦ Πάσχα τοῦ αὐτοῦ ἐνιαυτοῦ, κατάδηλος οὐκ ἔστιν, ἡ τοῦ προηγησαμένου προσζευχθείη, ὃν τρόπον εἴωθε μετὰ τὴν Ὑπατείαν γράφεσθαι ἐν τοῖς δημοσίοις πεπραγμένοις.

Ἑρμηνεία. Ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει, ὅτι ὅποιος Ἐπίσκοπος θέλει νὰ ὑπάγη εἰς τὸ Βασιλικὸν Παλάτιον, πρέπει νὰ λαμβάνῃ μὲν ἀπὸ τὸν Μητροπολίτην, ἢ τὴν Σύνοδον τῆς ἐπαρχίας ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ πρὸς τὸν Ῥώμης ἀπολυτικήν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ φανερώνεται ἡ ἐκεῖσε ἀποδημία του, νὰ λαμβάνῃ δὲ καὶ ἄλλην ἀπολυτικὴν ἐπιστολὴν ἀπὸ τὸν Ῥώμης πρὸς τὸ Παλάτιον. Ἐὰν δὲ ὁ λαβὼν μόνον τὴν πρὸς τὸν Ῥώμης ἀπολυτικὴν σιωπήσῃ καὶ δὲν εἰπῇ εἰς αὐτὸν τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἔχει νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ Παλάτιον, ἀλλὰ ἄνευ γνώμης ἐκείνου ὑπάγῃ, οὗτος νὰ ἀφορίζεται. Ἐὰν δέ, εὑρισκομένου τινὸς ἐν τῇ Ῥώμῃ, ἀκολουθήσῃ ἐκεῖ κᾀμμία ἀνάγκη διὰ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ Παλάτιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐμελέτα πρὸ τοῦ, νὰ φανερώνη τὴν ἀνάγκην ταύτην εἰς τὸν Ῥώμης καὶ νὰ λαμβάνῃ γράμματα παρ’ αὐτοῦ, καὶ νὰ ὑπάγῃ. Αἱ ἀπολυτικαὶ δὲ αὗται ἐπιστολαὶ αἱ διδόμεναι ἢ ἀπὸ τοὺς Μητροπολίτας εἰς τοὺς Ἐπισκόπους, ἢ ἀπὸ τοὺς Ἐπισκόπους εἰς τοὺς Κληρικούς, νὰ ἔχουν ἀντὶ τοῦ ἔτους ὁποῦ συνειθίζομεν νὰ γράφωμεν, τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα ὁποῦ μέλλει νὰ ἔλθῃ.

Ἂν δὲ ἀκόμη δὲν ᾖναι φανερὰ ἡ τοῦ ἐρχομένου Πάσχα ἡμέρα, νὰ γράφεται ἡ ἡμέρα τοῦ ἀπερασμένου· ἕνα μέν, διὰ νὰ γίνεται εἰς ὅλους φανερὰ αὕτη, καὶ ἄλλο δέ, διὰ νὰ γνωρίζεται ἀπὸ τὴν ἡμέραν ταύτην ὁ χρόνος, εἰς τὸν ὁποῖον ἐγράφησαν, καθὼς καὶ εἰς τὰ πολιτικὰ γράμματα γράφεται καὶ ἡ ὑπατεία τοῦ κάθε Ὑπάτου, καὶ διὰ τῆς ὑπατείας φανεροῦται ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγράφησαν. Ὅρα καὶ τὸν ιαʹ. Ἀντιοχείας, τὴν ὑποσημείωσιν τοῦ ιβʹ. Ἀποστολικοῦ, καὶ τὸν ζʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ ΡΙΗʹ. Ἤρεσεν, ὥστε ἕνα Ἐπίσκοπον μὴ ἐκδικεῖν ἑαυτοῦ διάγνωσιν.

Ἑρμηνεία. Ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει, ὅτι ἕνας Ἐπίσκοπος οὔτε Ἐπίσκοπον ἄλλον δύναται νὰ κρίνη, ἔχοντα πρὸς ἄλλον τινὰ κρίσιν, οὔτε Πρεσβύτερον, ἔχοντα κατ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου διαφοράν τινα, οὔτε ἄλλον τινὰ Κληρικόν, κατὰ τὸν θʹ. τῆς δʹ. ἀλλ’ οὔτε Πρεσβύτερον κατηγορούμενον παρ’ ἄλλου, ἢ Διάκονον δύναται νὰ καθάρῃ εἷς μόνος Ἐπίσκοπος, κατὰ τὸν ιβʹ. τῆς παρούσης.

Ὅρα καὶ τὸν οδʹ. Ἀποστολικὸν τὸν ϛʹ. τῆς βʹ. καὶ ιϛʹ. τῆς παρούσης.

ΚΑΝΩΝ ΡΙΘʹ. Νόμος ἐδόθη, ἵνα ἐλευθέρᾳ προαιρέσει ἕκαστος τῆς χριστιανότητος τὴν ἄσκησιν ἀναδέξηται.

Ἑρμηνεία. Ἐπειδή, κατὰ τὸν ριʹ. τῆς παρούσης, νόμος ἐδόθη Βασιλικός, προστάζων, καὶ τρόπον τινὰ ἀναγκάζων νὰ ἑνωθοῦν οἱ Δονατισταὶ μὲ τὴν καθολικὴν Ἐκκλησίαν, διὰ τοῦτο ὁ παρὼν Κανὼν λέγει, ὅτι ἐδόθη νόμος (Βασιλικὸς δηλ. καὶ ὅρα τὰ προλεγόμενα τῶν Ἀποστολικῶν Κανόνων), ὅτι ὁ καθεὶς νὰ ἀναδέχεται τὸν χριστιανισμὸν μὲ θεληματικὴν καὶ ἐλευθέραν προαίρεσιν, ἐπειδὴ ἡ ἀρετὴ κατὰ τὸ ὄνομά της πρέπει νὰ ᾖναι αἱρετὴ καὶ ἑκούσιος, ὄχι βεβιασμένη καὶ ἀναγκαστική. Τὰ γὰρ βιαίως καὶ ἐξ ἀνάγκης γινόμενα, δὲν εἶναι βέβαια καὶ μόνιμα, ἀλλὰ πρόσκαιρα καὶ ὀλιγοχρόνια. Διὸ καὶ ὁ Κύριός φησιν. «Ὅς τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν» κτ. Βλέπε δέ, ὅτι ἄσκησιν τὴν τῆς Χριστιανότητος πίστιν εἶπεν ὁ Κανών, φανερώνοντας μὲ τοῦτο, ὅτι ὁ Χριστιανὸς πρέπει νὰ ἀσκῇ πᾶσαν ἀρετήν, ἐγκράτειαν, ταπεινοφροσύνην, ἀγάπην καὶ τὰ λπ. Ὁ γὰρ ταύτας μὴ ἀσκῶν, κατὰ τὸ ὄνομα μόνον εἶναι Χριστιανός, οὐχὶ δὲ καὶ κατὰ τὸ πρᾶγμα. Ὅρα καὶ τὸν ιβʹ. τῆς ἐν Νεοκαισαρείᾳ.

ΚΑΝΩΝ ΡΚʹ. Ἤρεσεν ἵνα, ὅστις λέγει τὸν Ἀδὰμ τὸν πρωτόπλαστον, ἄνθρωπον θνητὸν γενόμενον οὕτως, ὡς, εἴτε ἁμαρτήσοι, εἴτε μὴ ἁμαρτήσοι, τεθνήξεται ἐν τῷ σώματι, τοῦτ’ ἔστιν ἐξελθεῖν ἐκ τοῦ σώματος, μὴ τῇ ἀξίᾳ τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ τῇ ἀνάγκῃ τῆς φύσεως, ἀνάθεμα εἴη.

Ἑρμηνεία. Ὁ παρὼν Κανὼν τὴν αἵρεσιν ἀνατρέπει τοῦ Πελαγίου καὶ τοῦ μαθητοῦ αὐτοῦ Κελεστίου. Οὗτοι γὰρ (ὡς μαρτυρεῖ ὁ θεῖος Αὐγουστῖνος περὶ προπατορικῆς ἁμαρτίας Κεφ. εʹ. καὶ ϛʹ.) ἐπειδὴ καὶ ἐφρόνουν, ὅτι ἡ προπατορικὴ ἁμαρτία οὐ μετὰ τοῦ ἀνθρώπου γεννᾶται, καὶ ὅτι, οὐχὶ τῆς φύσεως, ἀλλὰ τῆς θελήσεως εἶναι σφάλμα, ἀκολούθως ἐκ τούτου συνεπέραινον, ὅτι καὶ ὁ Ἀδάμ, ὄχι διὰ τὴν ἁμαρτίαν, προαιρετικὴν οὖσαν, ἀπέθανε τὸν φυσικὸν τοῦτον θάνατον, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀνάγκην τῆς φύσεως, ἥτις θνητὴ ἀπ’ ἀρχῆς ἐκτίσθη, καὶ ἔμελλε νὰ ἀποθάνῃ, εἴτε ὁ Ἀδὰμ ἁμάρτανεν, εἴτε καὶ δὲν ἁμάρτανε προαιρετικῶς. Ὅθεν ἡ Σύνοδος ἀνατρέπουσα τὸ αἱρετικὸν τοῦτο φρόνημα, ἀναθεματίζει τοὺς τοῦτο λέγοντας. Διότι ἂν ὁ Ἀδὰμ ἦτο θνητὸς κατὰ ἀνάγκην τῆς φύσεως, Αʹ. μὲν ὁ κτίσας ταύτην οὕτω Θεὸς ἔπρεπε νὰ ᾖναι καὶ ποιητής, καὶ αἴτιος τοῦ θανάτου. Ἀλλ’ ὁ Θεὸς θάνατον οὐκ ἐμποίησε, κατὰ τὸ γεγραμμένον, Βʹ. ἡ σὰρξ ἐκείνη, ἡ πρὸ τῆς παραβάσεως τοῦ Ἀδάμ, δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ διαφορὰν ἀπὸ τὴν ἐδικήν μας, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ᾖναι καὶ ἐκείνη παρομοίως μὲ τὴν ἐδικήν μας, παχεῖα, καὶ θνητή, καὶ ἀντίτυπος· ἐπειδὴ καὶ ἡμεῖς οἱ μετὰ τὴν παράβασιν ταύτην ἔχοντες, κατὰ τὴν αὐτὴν ἀνάγκην τῆς φύσεως εἴμεθα θνητοί, καὶ ἐξάπαντος μέλλομεν ἀποθανεῖν.

Ἀλλ’ ὁ Θεολόγος Γρηγόριος (ἐν τῷ εἰς τὴν Χριστοῦ γέννησιν λόγῳ) θέλει, ὅτι τὴν παχεῖαν ταύτην καὶ θνητήν, καὶ ἀντίτυπον, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς τώρα ἔχομεν, δὲν εἶχε πρὸ τῆς παραβάσεως ὁ Ἀδάμ, ἀλλὰ μετὰ τὴν παράβασιν, καὶ Γʹ. ἂν ἐκ φύσεως προῆλθεν ὁ θάνατος, πῶς ὁ Παῦλος λέγει, «ὅτι διὰ τῆς ἁμαρτίας εἰσῆλθεν εἰς τὸν κόσμον ὁ θάνατος;» καὶ ὁ Σωλομών, «φθόνῳ δὲ διαβόλου, θάνατος εἰσῆλθεν εἰς τὸν κόσμον;» Ἔπλασε λοιπὸν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, οὐχὶ φυσικῇ ἀνάγκῃ θνητόν, κατὰ τὸν Κανόνα τοῦτον, ἀλλὰ φύσει ἀθάνατον. Καὶ ἐπειδὴ ἴδιον εἶναι τοῦ ἀγαθοῦ νὰ μὴ ἀναγκάζῃ τινὰ εἰς τὸ καλόν, διὰ τοῦτο ἐποίησε τὸν ἄνθρωπον κατὰ ψυχὴν αὐτεξούσιον, διὰ νὰ κινηθῇ κατὰ προαίρεσιν εἰς τὸ καλὸν καὶ νὰ μένῃ ἐν ταὐτῷ, ὄχι ἀναγκαστικῶς καὶ βιαίως, ἀλλὰ αὐτεξουσίως καὶ θεληματικῶς, καὶ οὕτω μένων ἐν τῷ καλῷ προαιρετικῶς, ἐκεῖθεν νὰ διατηρῇ καὶ τὴν φυσικὴν ἀθανασίαν τοῦ σώματος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ αὐτὸς ἀφ’ ἑαυτοῦ ἐκινήθη εἰς τὸ κακὸν προαιρετικῶς, δὲν εἶχε πλέον δύναμιν νὰ συγκρατήσῃ καὶ τὸ σῶμα εἰς τὴν φυσικήν του ἀθανασίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκτίσθη, ὅθεν ὁ τοιοῦτος θάνατος ἠκολούθησε.

Καὶ διὰ νὰ εἰπῶ σαφέστερα μὲ τὸν μέγαν τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριον, ἐπειδὴ τὸ κρεῖττον καὶ ἀνώτερον μέρος τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ψυχή, ἐχωρίσθη διὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς παραβάσεως, ἀπὸ τὴν ὄντως ζωήν, ἥτις εἶναι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, καὶ ἔπεσεν εἰς τὸν ὄντως θάνατον, ὅστις εἶναι τὸ κακόν, διὰ τοῦτο καὶ τὸ κατώτερον μέρος, ἤτοι τὸ σῶμα, ἐχωρίσθη ἀπὸ τὴν κατὰ φύσιν ζωήν, καὶ ἔπεσεν εἰς τὸν παρὰ φύσιν θάνατον. Καὶ καθὼς ἡ ψυχὴ φύσει οὖσα ὑποτεταγμένη εἰς τὸν Θεόν, δὲν ὑπετάχθη εἰς αὐτόν, οὕτω καὶ τὸ φύσει ὑποτεταγμένον σῶμα εἰς τὴν ψυχήν, εὐγῆκεν ἀπὸ τὴν ὑποταγὴν αὐτῆς μὲ τὰς ἀταξίας τῶν αἰσθήσεών του, τῶν παθῶν του, καὶ τελευταῖον, μὲ τὴν εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθη στοιχείων διάλυσίν του, ὅπερ ἐστὶν ὁ θάνατος.

Συμφώνως μὲ τὸν παρόντα Κανόνα ἀνατρέπουσι τοῦ Πελαγίου καὶ Κελεστίου τὴν αἵρεσιν οἱ ἀκόλουθοι Κανόνες τῆς παρούσης Συνόδου, δηλ. ὁ ρκαʹ. ρκβʹ. ρκγʹ. ρκδʹ. ρκεʹ. ρκϛʹ. ρκζʹ.

ΚΑΝΩΝ ΡΚΑʹ. Ἤρεσεν ἵνα, ὅστις δήποτε τὰ μικρὰ καὶ νεογέννητα ἐκ τῶν γαστέρων τῶν μητέρων βαπτιζόμενα ἀρνεῖται, ἢ λέγει, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν αὐτὰ βαπτίζεσθαι, μηδὲν δὲ ἐκ τῆς τοῦ Ἀδὰμ ἕλκειν προγονικῆς ἁμαρτίας, τὸ ὀφεῖλον καθαρθῆναι τῷ λουτρῷ τῆς παλιγγενεσίας (ὅθεν γίνεται ἀκόλουθον, ὅτι ἐν τούτοις ὁ τύπος τοῦ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν βαπτίσματος οὐκ ἀληθής, ἀλλὰ πλαστὸς νοεῖται), ἀνάθεμα εἴη, ἐπειδὴ οὐκ ἄλλως δεῖ νοῆσαι τὸ εἰρημένον τῷ Ἀποστόλῳ· «Δι’ ἑνὸς ἀνθρώπου ἡ ἁμαρτία εἰσῆλθεν εἰς τὸν κόσμον, καὶ διὰ τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος», καὶ οὕτως εἰς πάντας ἀνθρώπους διῆλθεν, ἐφ’ ᾧ πάντες ἥμαρτον, εἰμή, ὃν τρόπον ἡ καθολικὴ Ἐκκλησία ἡ πανταχοῦ διακεχυμένη καὶ ἡπλωμένη ᾀεὶ ἐνόησε.

Διὰ γὰρ τὸν Κανόνα τοῦτον τῆς πίστεως καὶ οἱ μικροὶ ἔτι μήν, οἱ μηδὲν ἁμαρτημάτων εἰς ἑαυτοὺς ἔτι μὴ πλημμελεῖν δυνάμενοι εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν ἀληθινῶς βαπτίζονται, ἵνα καθαρθῇ ἐν αὐτοῖς διὰ τῆς παλιγγενεσίας ὅπερ εἵλκυσαν ἐκ τῆς ἀρχαιογονίας.

Ἑρμηνεία. Καὶ τὸ φρόνημα τοῦτο τῆς αἱρετικῆς φρενοβλαβείας ἦτο γέννημα τῶν Πελαγιανῶν, τὸ νὰ λέγουσι δηλαδή, ὅτι τὰ νεογνὰ νήπια δὲν βαπτίζονται εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, καθὼς ἡ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δοξάζει, ἀλλὰ καὶ ἐὰν εἴπῃ τινάς, ὅτι εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν βαπτίζονται, ἀλλ’ ὅμως αὐτὰ δὲν ἐσυγκοινώνησαν κᾀνένα μολυσμὸν ἀπὸ τὴν προπατορικὴν ἁμαρτίαν τοῦ Ἀδάμ, ὁ ὁποῖος χρειάζεται διὰ νὰ καθαρισθῇ μὲ τὸ βάπτισμα (ἐπειδή, ὡς εἴπομεν, ἐκεῖνοι ἐφρόνουν, ὅτι δὲν γεννᾶται μὲ τὸν ἄνθρωπον ἡ προπατορικὴ αὕτη ἁμαρτία, ὡσὰν ὁποῦ αὕτη δὲν ἦτο τῆς φύσεως πταῖσμα, ἀλλὰ τῆς προαιρέσεως)· τοὺς λέγοντας λοιπὸν τοῦτο αἱρετικούς, ἀναθεματίζει ἡ Σύνοδος διὰ τοῦ παρόντος Κανόνος· Αʹ. μέν, διὰ τί ὁ τύπος τοῦ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν βαπτίσματος ὁποῦ γίνεται εἰς τὰ νήπια, δὲν εἶναι κατ’ αὐτοὺς ἀληθής, ἀλλὰ ψευδὴς καὶ πλαστός, ἐπειδή, κατ’ αὐτούς, ἐκεῖνα ἁμαρτίας δὲν ἔχουν διὰ νὰ συγχωρηθοῦν.

Βʹ. δέ, διὰ τί ὁ Ἀπόστολος μὲ τὸ νὰ λέγη, ὅτι διὰ τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου, τοῦ Ἀδὰμ δηλ. ἡ ἁμαρτία εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθε, καὶ διὰ τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος, καὶ ἔτσι ὁ θάνατος ἐπέρασεν εἰς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἐπειδὴ καὶ ὅλοι ἥμαρτον καθὼς καὶ ὁ Ἀδάμ.

Τὸ ῥητὸν τοῦτο, λέγω, δὲν δύναται κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ νοηθῇ, πάρεξ καθὼς ἡ καθόλου Ἐκκλησία τῶν ὀρθοδόξων τὸ ἐνόησε καὶ τὸ πιστεύει, ὅτι δηλ. καὶ αὐτὰ τὰ νεογέννητα νήπια, ἀγκαλὰ καὶ νὰ μὴ ἥμαρτον προαιρετικῶς, ὅμως ἐτράβιξαν εἰς τὸν ἑαυτόν τους ἐκ τοῦ Ἀδὰμ τὴν προπατορικὴν ἁμαρτίαν· διὸ καὶ χρειάζονται διὰ τοῦ βαπτίσματος νὰ καθαρισθοῦν ἀναγκαίως ἀπὸ αὐτήν, ὅθεν καὶ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν ἀληθῶς, καὶ οὐ ψευδῶς βαπτίζονται.

ΚΑΝΩΝ ΡΚΒʹ. Ἤρεσεν ἵνα, ὅστις δήποτε εἴποι τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, ᾗτινι δικαιοῦται διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν, πρὸς μόνην ἄφεσιν ἁμαρτιῶν ἰσχύειν τῶν ἤδη πεπλημμελημένων, καὶ μὴ παρέχειν ἔτι μὴν βοήθειαν πρὸς τὸ μὴ ἕτερα πλημμελεῖσθαι, ἀνάθεμα εἴη.

Ἑρμηνεία. Εἰς τρεῖς προτάσεις ἐπεριλάμβανον οἱ Πελαγιανοὶ τὰ αἱρετικά των φρονήματα. Εἰς μίαν μέν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, μεταχειριζόμενος μόνον τὰς κατὰ φύσιν δυνάμεις, δύναται νὰ τηρήσῃ ὅλον τὸν νόμον καὶ νὰ δικαιωθῇ, καὶ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν δικαιοσύνην, καὶ νὰ ἀπολαύσῃ ζωὴν αἰώνιον.

Εἰς ἄλλην δέ, ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν χρειάζεται κᾀμμίαν ἐσωτερικὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, διεγείρουσαν εἰς τὸ καλόν, ἢ βοηθοῦσαν, ἢ δικαιοῦσαν, ἀλλ’ ἀρκεῖ μόνον εἰς αὐτὸν πρὸς σωτηρίαν τὸ αὐτεξούσιον, ὁ νόμος, ἡ διδασκαλία καὶ τὸ παράδειγμα. Καὶ εἰς τρίτην, ὅτι ἂν καὶ χάρις παρὰ τοῦ Θεοῦ δίδεται, ὅμως αὕτη δίδεται διὰ τὴν ἀξίαν τοῦ αὐτεξουσίου. Ὅθεν ἀπὸ τὴν βʹ. ταύτην αὐτῶν πρότασιν κρέμεται καὶ τοῦτο ὁποῦ διορίζει ὁ παρὼν Κανών, ἤγουν ὅτι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, ἡ διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ δικαιοῦσα τὸν ἄνθρωπον ἐν τῷ βαπτίσματι, ἄφεσιν μόνον χαρίζει τῶν προτέρων ἁμαρτημάτων, ἀλλ’ ὄχι καὶ βοήθειαν εἰς τὸ νὰ μὴ ἁμαρτάνῃ τινὰς ἄλλην φοράν, δι’ ὃ καὶ τοὺς τοῦτο λέγοντας ἀναθεματίζει. Ἡ γὰρ καθολικὴ Ἐκκλησία πιστεύει ὅλον τὸ ἐναντίον, δηλ. ὅτι ἡ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ διδομένη χάρις ἐν τῷ Βαπτίσματι, καὶ ἄφεσιν τῶν προτέρων ἁμαρτιῶν παρέχει, καὶ δύναμιν καὶ βοήθειαν εἰς τὸ νὰ μὴ ἁμαρτήσωμεν πλέον, ἂν ἡμεῖς ἀπὸ τὴν ἀμέλειαν δὲν ἐκδώσωμεν τὸν ἑαυτόν μας εἰς τὰς ἁμαρτίας. Δι’ ὃ καὶ ὁ Δαβὶδ λέγει, «Ὁ Θεὸς εἰς τὴν βοήθειάν μου πρόσχες, Κύριε, εἰς τὸ βοηθῆσαί μοι σπεῦσον.» Καὶ «Ἡ βοήθειά μου παρὰ Κυρίου» κτλ. καὶ ὁ Παῦλος, «Τὸ Πνεῦμα συναντιλαμβάνεται ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν, καὶ αὐτὸ ὑπερεντυγχάνει ὑπὲρ ὑμῶν». Καὶ μυρία ἄλλα ἐν ταῖς θείαις Γραφαῖς εὑρίσκεται.

ΚΑΝΩΝ ΡΚΓʹ. Ἤρεσεν ἵνα, ὅστις δήποτε εἴποι τὴν αὐτὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, τὴν διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν εἰς τοῦτο μόνον ἡμῖν βοηθεῖν, πρὸς τὸ μὴ ἁμαρτάνειν, ὅτι δι’ αὐτῆς ἡμῖν ἀποκαλύπτεται καὶ φανεροῦται ἡ γνώσις τῶν ἁμαρτημάτων, ὥστε γινώσκειν ἃ ἐπιζητεῖν, καὶ ἃ δεῖ ἐκκλίνειν· οὐ μὴν δι’ αὐτῆς ἡμῖν παρέχεται, ἵνα ὅπερ γνῶμεν ποιητέον, καὶ ποιῆσαι ἔτι μὴν ἀγαπήσωμεν καὶ ἰσχύσωμεν, ἀνάθεμα εἴη.

Τοῦ γὰρ Ἀποστόλου λέγοντος, ὅτι ἡ γνῶσις φυσιοῖ, ἡ δὲ ἀγάπη οἰκοδομεῖ, ἀσεβὲς πάνυ ἐστὶ πιστεύειν, πρὸς μὲν τὸ φυσιοῦν ἡμᾶς ἔχειν τὴν χάριν τοῦ Χριστοῦ, πρὸς δὲ τὸ οἰκοδομεῖν, μὴ ἔχειν, ὁπόταν ἑκάτερον δῶρόν ἐστι τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸ εἰδέναι τί ποιεῖν δεῖ, καὶ τὸ ἀγαπᾷν ὃ δεῖ ποιεῖν, ἵνα τῆς ἀγάπης οἰκοδομούσης, ἡ γνῶσις φυσιοῦν μὴ δυνηθῇ, ὥσπερ ἐκ τοῦ Θεοῦ γέγραπται, Ὁ διδάσκων ἄνθρωπον γνῶσιν.

Οὕτως ἔτι μὴν γέγραπται, Ἡ ἀγάπη ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστίν.

Ἑρμηνεία. Καὶ διὰ τοῦ παρόντος Κανόνος ἀναθεματίζει ἡ Σύνοδος τοὺς Πελαγιανοὺς καὶ Κελεστιανούς, τοὺς λέγοντας, ὅτι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ κατὰ τοῦτο μόνον μᾶς βοηθεῖ εἰς τὸ νὰ μὴ ἁμαρτάνωμεν, καθὸ δι’ αὐτῆς γνωρίζομεν, ποῖα πρέπει νὰ ζητῶμεν καὶ νὰ κάμνωμεν, ἤτοι τὰ καλά, καὶ ποῖα πρέπει νὰ ἀποφεύγωμεν, ἤτοι τὰ κακά, καὶ ὄχι ὅτι μᾶς χαρίζει καὶ τὸ νὰ ἀγαπήσωμεν, καὶ τὸ νὰ ἐνδυναμωθῶμεν νὰ κάμνωμεν ἐκεῖνα τὰ καλά, ὁποῦ γνωρίσομεν. Ἐξ ἴσου γὰρ καὶ τὰ δύω δῶρα εἶναι τοῦ Θεοῦ, καὶ ἡ γνῶσις, καὶ ἡ ἀγάπη. Διότι περὶ μὲν τῆς γνώσεως λέγει ὁ Δαβίδ, Ὁ διδάσκων ἄνθρωπον γνῶσιν· περὶ δὲ τῆς ἀγάπης λέγει ὁ ἠγαπημένος Μαθητής, Ἡ ἀγάπη εἶναι ἐκ τοῦ Θεοῦ. Καὶ κατὰ ἄλλον τρόπον δὲ ἀσεβὲς εἶναι τὸ νὰ πιστεύωμεν, ὅτι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ δίδει μὲν εἰς ἡμᾶς γνῶσιν, ἥτις μοναχὴ οὖσα, ὡς λέγει ὁ Παῦλος, φυσιοῖ, ἤτοι οἴησιν προξενεῖ, δὲν δίδει δὲ καὶ ἀγάπην, ἥτις οἰκοδομεῖ καὶ ἐνδυναμοῖ ἡμᾶς εἰς τὸ νὰ ἐργασθῶμεν τὸ ἀγαθόν. Ὥστε, καθὼς εἶναι δῶρον τῆς θείας χάριτος τὸ νὰ γνωρίζωμεν τί πρέπει νὰ κάμνωμεν, ἔτσι παρομοίως εἶναι καὶ τὸ νὰ ἀγαπῶμεν ὅ, τι πρέπει νὰ κάμνωμεν. Ἀποδίδεται δέ, ἡ μὲν γνῶσις, εἰς τὸν νοῦν, ἡ δὲ ἀγάπη, εἰς τὴν θέλησιν, τὰς δύω πρώτας καὶ κυριωτέρας δυνάμεις τῆς ψυχῆς.

ΚΑΝΩΝ ΡΚΔʹ. Ἤρεσεν ἵνα, ὅστις δήποτε εἴποι, διὰ τοῦτο τὴν χάριν ἡμῖν τῆς δικαιοσύνης δεδόσθαι ἵνα, ὅπερ ποιεῖν διὰ τοῦ αὐτεξουσίου δυνάμεθα, εὐχερεστέρως πληρῶμεν διὰ τῆς χάριτος, ὡς ἂν εἰ καὶ ἡ χάρις μὴ ἐδίδοτο, οὐκ εὐχερῶς μέν, ἀλλ’ ὅμως ἠδυνάμεθα καὶ δίχα ἐκείνης ἔτι μὴν πληρῶσαι τὰς θείας ἐντολάς, ἀνάθεμα εἴη. Περὶ γὰρ τῶν καρπῶν τῶν ἐντολῶν ὁ Κύριος ἐλάλει, ὅπου οὐκ εἶπε, Χωρὶς ἐμοῦ δυσχερῶς δύνασθε ποιεῖν, ἀλλ’ εἶπε, Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν.

Ἑρμηνεία. Καὶ οὗτος ὁ Κανὼν ἀναθεματίζει τοὺς Πελαγιανοὺς καὶ Κελεστιανοὺς ὅτι, ἐπειδὴ ἔκαμεν ἡμᾶς αὐτεξουσίους ὁ Θεός, ἠμποροῦμεν ναὶ καὶ χωρὶς τὴν θείαν χάριν νὰ τελειώσωμεν τὰς ἐντολὰς ἂν καὶ ὄχι μὲ εὐκολίαν, ἀλλὰ μὲ δυσκολίαν, διὰ δὲ τῆς θείας χάριτος εὐκολώτερα δυνάμεθα νὰ κατορθώσωμεν ταύτας, ἐπειδὴ καὶ ὁ Κύριος ὁμιλῶντας διὰ τὰς θείας Ἐντολάς, δὲν εἶπε, Χωρὶς ἐμοῦ δύνασθε νὰ κάμετε ταύτας μὲ δυσκολίαν, ἀλλ’ ἁπλῶς εἶπε, Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν. Οὔτε μὲ εὐκολίαν, οὔτε μὲ δυσκολίαν δηλ. ὥστε τὸ πᾶν εἶναι τῆς θείας χάριτος, καὶ χωρὶς αὐτῆς οὐδὲν κατωρθῶσαι δυνάμεθα.

ΚΑΝΩΝ ΡΚΕʹ. Ἤρεσεν ἵνα, ὅπερ εἶπεν ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ἀπόστολος, «Ἐὰν εἴπωμεν, ὅτι ἁμαρτίαν οὐκ ἔχομεν, ἑαυτοὺς ἀπατῶμεν, καὶ ἀλήθεια ἐν ἡμῖν οὐκ ἔστιν.» Ὅστις δήποτε οὕτω παραληπτέον νομίσῃ, ὡς εἰπεῖν διὰ ταπεινοφροσύνην «μὴ ὀφείλειν λέγεσθαι ἡμᾶς μὴ ἔχειν ἁμαρτίαν, οὐχ ὅτι ἀληθῶς οὕτως ἐστίν,» ἀνάθεμα εἴη.

Ἐπακολουθεῖ γὰρ ὁ Ἀπόστολος καὶ προζεύγνυσιν οὕτως. «Ἐὰν δὲ ὁμολογήσωμεν τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, πιστός ἐστι καὶ δίκαιος, ὅστις ἀφήσει ἡμῖν τὰς ἁμαρτίας, καὶ καθαρίσει ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἀδικίας». Ἔνθα πάνυ δεδήλωται τοῦτο, μὴ μόνον ταπεινοφρόνως, ἀλλ’ ἔτι μὴν ἀληθῶς λέγεσθαι. Ἠδύνατο γὰρ ὁ Ἀπόστολος εἰπεῖν, ἐὰν εἴπωμεν οὐκ ἔχομεν ἁμαρτίαν, ἑαυτοὺς ὑψοῦμεν, καὶ ταπεινοφροσύνη ἐν ἡμῖν οὐκ ἔστιν, ἀλλ’ εἰπών, ἑαυτοὺς ἀπατῶμεν, καὶ ἀλήθεια ἐν ἡμῖν οὐκ ἔστιν, πάνυ ἀπέδειξε τὸν λέγοντα ἑαυτὸν μὴ ἔχειν ἁμαρτίαν, μὴ ἀληθεύειν, ἀλλὰ ψεύδεσθαι.

Ἑρμηνεία. Ἐπειδὴ τὰ δόγματα τῶν Πελαγιανῶν ἐσυμφώνουν τρόπον τινὰ μὲ τὰ τῶν Μασσαλιανῶν, καθ’ ὃ καὶ ἐκεῖνοι, καὶ τοῦτοι τὴν ἀρχὴν τῆς σωτηρίας ἔθετον ὄχι προηγουμένως εἰς τὴν θείαν χάριν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀνθρωπίνην δύναμιν· ἀκολούθως, ἐπειδὴ καὶ οἱ Μασσαλιανοὶ κακῶς ἐφρόνουν, ὅτι ὅταν ἔλθῃ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον εἰς τὸν ἄνθρωπον αἰσθητῶς καὶ ὁρατῶς, ἐλευθερόνει αὐτὸν ἀπὸ τὰ πάθη, καὶ πλέον δὲν χρειάζεται νὰ κάμῃ αὐτὸς νηστείας, ἢ ἄλλους ἀγῶνας θεοφιλεῖς· τοιουτοτρόπως φρονοῦντες καὶ οἱ Πελαγιανοί, ἴσως ἔλεγον, ὅτι ἐκεῖνο ὁποῦ λέγει ὁ Ἰωάννης, τὸ ἀνίσως εἰποῦμεν ὅτι δὲν ἔχομεν ἁμαρτίαν, πλανοῦμεν τὸν ἑαυτόν μας καὶ δὲν λέγομεν τὴν ἀλήθειαν· τοῦτο δὲν λέγεται κατὰ ἀλήθειαν ἀπὸ τοὺς ἁγίους (καθ’ ὅτι δηλ. ἐλευθερωθέντες ἀπὸ τὰ πάθη διὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἁμαρτίας εἰς τὸ ἑξῆς δὲν ἔχουν, οὔτε νὰ κάμουν ἠμποροῦν), ἀλλὰ μόνον λέγεται διὰ ταπεινοφροσύνην. Ὅθεν τοὺς τοῦτο λέγοντας ἀναθεματίζει ὁ παρὼν Κανών, ὡς παρεξηγοῦντας αὐτό. Λέγει γὰρ ἀκολούθως ὁ ἴδιος Ἰωάννης, ἀνίσως δὲ ὁμολογοῦμεν τὰς ἁμαρτίας μας, πιστὸς καὶ δίκαιος εἶναι ὁ Κύριος, ὅστις θέλει συγχωρήσει τὰς ἁμαρτίας μας, καὶ θέλει μᾶς καθαρίσει ἀπὸ κάθε ἀδικίαν.

Ἀπὸ τὰ ὁποῖα λόγια γίνεται φανερόν, ὅτι ὄχι διὰ ταπείνωσιν, ἀλλὰ κατὰ ἀλήθειαν ἀπὸ τοὺς ἁγίους λέγεται τὸ ἄνωθεν ῥητόν, ἐπειδὴ ἠμποροῦσε νὰ εἰπῇ ὁ Ἀπόστολος, ἀνίσως εἰποῦμεν ὅτι δὲν ἔχομεν ἁμαρτίαν, ὑπερηφανευόμεθα, καὶ ταπεινοφροσύνη δὲν εἶναι εἰς ἡμᾶς. Ὅθεν τοῦτο οὐ λέγων, ἀποδεικνύει, ὅτι ἐκεῖνος ὁποῦ λέγει, ὅτι δὲν ἔχομεν ἁμαρτίαν, δὲν ἀληθεύει, ἀλλὰ ψεύδεται.

ΚΑΝΩΝ ΡΚϚʹ. Ἤρεσεν ἵνα, ὅστις δήποτε εἴποι ἐν τῇ Δεσποτικῇ εὐχῇ, διὰ τοῦτο λέγειν τοὺς ἀγίους, ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, οὐχ ὅτι ὑπὲρ ἑαυτῶν τοῦτο λέγουσιν, ἐπειδὴ αὐτοῖς λοιπὸν οὐκ ἔστιν ἀναγκαία αὕτη ἡ αἴτησις, ἀλλ’ ὑπὲρ ἄλλων, τῶν ὄντων ἐν τῷ λαῷ αὑτῶν ἁμαρτωλῶν, καὶ μὴ λέγειν ἕνα ἕκαστον τῶν ἁγίων, ἄφες μοι τὰ ὀφειλήματά μου, ἀλλ’ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς ὑπὲρ ἄλλων τούτων μᾶλλον, ἢ ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸν δίκαιον αἰτοῦντα νοεῖσθαι, ἀνάθεμα εἴη. Ἅγιος γὰρ Καὶ δίκαιος ἦν Ἰάκωβος ὁ Ἀπόστολος, ὅτε ἔλεγεν «Ἐν πολλοῖς γὰρ ἁμαρτάνομεν πάντες.» Ἐπεί, διὰ τί προστίθεται τό, πάντες; εἰ μή, ἵνα ἡ ἔννοια αὕτη ἁρμοσθῇ, καὶ τῷ ψαλμῷ, ὅπου ἀναγινώσκεται. «Μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν». Καὶ ἐν τῇ εὐχῇ τοῦ Σολομῶντος τοῦ σοφωτάτου, «Οὐκ ἔστιν ἄνθρωπος, ὃς οὐχ ἥμαρτε». Καὶ ἐν τῇ βίβλῳ τοῦ ἁγίου Ἰὼβ τό, «Ἐν χειρὶ παντὸς ἀνθρώπου σημαίνει, ὥστε εἰδέναι πάντα ἄνθρωπον τὴν ἀσθένειαν αὐτοῦ.» Ὅθεν ἔτι μὴν ὁ ἅγιος καὶ δίκαιος Δανιὴλ ὁ Προφήτης, πληθυντικῶς λέγων, τό, «Ἡμάρτομεν, ἠνομίσαμεν καὶ τὰ λοιπά, ἃ ἐκεῖ ταπεινοφρόνως καὶ ἀληθινῶς ὁμολογεῖ, ἵνα μὴ νομισθείη, ὥς τινες νοοῦσι τοῦτο, μὴ περὶ τῶν ἰδίων, ἀλλὰ περὶ τῶν τοῦ λαοῦ αὐτοῦ μᾶλλον λέγειν ἁμαρτιῶν.

Μετὰ ταῦτα εἶπεν, ὅτι Ηὐχόμην καὶ ἐξωμολογούμην τὰς ἁμαρτίας μου, καὶ τὰς ἁμαρτίας τοῦ λαοῦ μου Κυρίῳ τῷ Θεῷ μου.» Οὐκ ἠθέλησεν εἰπεῖν τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, ἀλλὰ τοῦ λαοῦ αὑτοῦ εἶπε καὶ ἑαυτοῦ, ἐπειδὴ τούτους μέλλοντας κακῶς νοεῖν, ὡσανεὶ προεῖδεν ὁ Προφήτης.

Ἑρμηνεία. Καὶ οὗτος ὁ Κανὼν περὶ τῆς ὁμοίας μὲ τὴν ἀνωτέρω φρενοβλαβείας τῶν Πελαγιανῶν ἀναφέρει· ἀναθεματίζει γὰρ αὐτοὺς λέγοντας, ὅτι οἱ ἅγιοι, ὅταν λέγουσιν εἰς τὴν Κυριακὴν προσευχὴν τοῦ, Πάτερ ἡμῶν, τὸν λόγον τοῦτον, Ἄφες εἰς ἡμᾶς τὰς ἁμαρτίας μας, δὲν τὸ λέγουν διὰ λόγου των, ἐπειδὴ αὐτοὶ δέησιν τοιαύτην δὲν χρειάζονται ὡς ἀπαθεῖς καὶ ἀναμάρτητοι, ἀλλὰ τὸ λέγουν διὰ τὰς ἁμαρτίας τῶν ἄλλων· διότι καὶ ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος λέγει· Πολλὰ σφάλλομεν ὅλοι μας. Καὶ ὁ Δαβίδ· Μὴ ἔλθῃς Κύριε εἰς κρίσιν μὲ τὸν δοῦλόν σου ἐμένα, ἐπειδὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ φανῇ δίκαιος ἔμπροσθέν σου κἀνένας ζωντανὸς ἄνθρωπος. Καὶ ὁ Σολομὼν εἰς τὴν εὐχὴν ὁποῦ ἔκαμεν εἰς τὸν Θεόν, ἀφ’ οὗ ἔκτισε τὸν ναόν, λέγει· Δὲν εἶναι ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον, ὅστις δὲν ἥμαρτε. Καὶ ὁ Ἰώβ· Τὰς χεῖρας τοῦ ἀνθρώπου κατασφραγίζει διὰ νὰ γνωρίσῃ κάθε ἄνθρωπος τὴν ἀσθένειάν του. Ἀλλὰ καὶ ὁ προφήτης Δανιὴλ προσευχόμενος, λέγει μὲν πρῶτον πληθυντικῶς. Ἡμάρτομεν, ἠνομήσαμεν· ἔπειτα ἐπιφέρει ἑνικῶς ὅτι· Ἐξομολογούμην τὰς ἁμαρτίας μου, καὶ τὰς ἁμαρτίας τοῦ λαοῦ μου· καὶ τοῦτο οὕτω καθαρῶς λέγει, διὰ νὰ μὴ νομίσῃ τινάς, ὅτι εἶπε διὰ τὰς ἁμαρτίας τοῦ λαοῦ του, καὶ ὄχι διὰ τὰς ἐδικάς του, προφητικῶς ἐπιστομίζων τοὺς τοῦτο κακῶς μέλλοντας εἰπεῖν.

ΚΑΝΩΝ ΡΚΖʹ. Ἤρεσεν, ἵνα οἵτινες δήποτε τὰ ῥήματα τῆς Δεσποτικῆς εὐχῆς, ὅπου λέγομεν Ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, οὕτω βούλονται ἀπὸ τῶν ἁγίων λέγεσθαι, ὡς ταπεινοφρόνως καὶ οὐκ ἀληθῶς ταῦτα λεχθῆναι, ἀνάθεμα εἴη. Τίς γὰρ ὑπενέγκοι τὸν εὐχόμενον, μὴ ἀνθρώποις, ἀλλ’ αὐτῷ τῷ Κυρίῳ, ψευδόμενον; τὸν τοῖς χείλεσιν αὑτοῦ λέγοντα, τὰς ὀφειλούσας ἀφεθῆναι ἁμαρτίας αὑτῷ, μὴ ἔχειν;

Ἑρμηνεία. Καὶ οὗτος ὁ Κανὼν ἀναθεματίζει τοὺς Πελαγιανοὺς λέγοντας, ὅτι οἱ ἅγιοι δὲν λέγουσι κατὰ ἀλήθειαν τό, ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ἐπειδὴ αὐτοί, ἁμαρτίας καὶ ὀφειλήματα δὲν ἔχουσιν, ἀλλὰ διὰ ταπεινοφροσύνην καὶ μετριότητα. Διότι, ποῖος, λέγει, θέλει ὑπομείνει τοὺς τοῦτο λέγοντας ἁγίους νὰ ψεύδωνται, ὄχι εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ εἰς τὸν Θεόν; καὶ μὲ τὰ χείλη μὲν νὰ ζητοῦσι συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν τους, μὲ τὴν καρδίαν δὲ νὰ λογιάζουν, ὅτι ἁμαρτίας δὲν ἔχουν; θεομπαιξία γὰρ τοῦτο, καὶ ὄχι προσευχὴ νομίζεται, ὅπερ ἐπὶ τῶν ἁγίων, καὶ νοῆσαι μόνον, εἶναι ἄτοπον.

ΚΑΝΩΝ ΡΚΗʹ. Ἤρεσεν, ἐπειδὴ πρό τινων ἐνιαυτῶν ἐν ταύτη τῇ Ἐκκλησίᾳ πεπληρωμένῃ τῇ Συνόδῳ ὡρίσθη ἵνα, οἱαιδήποτε Ἐκκλησίαι, διοικήσει καθεστῶσαι, πρὸ τῶν νόμων τῶν περὶ τῶν Δονατιστῶν ἐκτεθέντων, καθολικαὶ γένωνται, ἐκείνοις τοῖς θρόνοις ἀνήκωσιν, ὧν τινων διὰ τῶν Ἐπισκόπων προτραπεῖσαι, τῇ καθολικῇ ἑνότητι ἐκοινώνησαν. Μετὰ δὲ τοὺς νόμους, οἱαιδήποτε ἐκοινώνησαν, ἐκείνοις ἀνήκωσιν, οἷς καὶ ὅτε ἦσαν εἰς τὸ μέρος τοῦ Δονάτου. Καὶ πολλαὶ φιλονεικίαι ὕστερον μεταξὺ τῶν Ἐπισκόπων περὶ τῶν διοικήσεων ἀνεφύησαν καὶ ἀναφύονται, οἷς τότε οὐ τελεία δοκεῖ γενέσθαι πρόνοια, νῦν ἐν ταύτῃ τῇ ἁγίᾳ Συνόδῳ ἤρεσεν ἵνα, ὅπου δήποτε καθολικὴ ἐγένετο ἐκ τοῦ μέρους τοῦ Δονάτου, καὶ διαφόροις θρόνοις ἀνήκουσαι ἦσαν, ἐν οἱῳδήποτε καιρῷ ἕνωσις ἐκεῖ ἐγένετο, ἢ ἔσται, εἴτε πρὸ τῶν νόμων, εἴτε μετὰ τοὺς νόμους, ἐκείνῳ τῷ θρόνῳ ἀνήκωσιν, ᾧ τινι ἡ ἔκπαλαι ἐκεῖ ὑπάρξασα καθολικὴ ἀνῆκεν οὕτω δηλαδή, ἵνα, εἴπερ Ἐπίσκοποι ἀπὸ τῶν Δονατιστῶν πρὸς τὴν καθολικὴν ἑνότητα ἐπέστρεψαν, ἐξίσου πρὸς ἀλλήλους διέλωσι τὰς οὕτως εὑρισκομένας διοικήσεις, ἔνθα ἦσαν ἀμφότερα τὰ μέρη, τοὐτέστιν, ἵνα ἄλλοι τόποι πρὸς ἐκεῖνον, καὶ ἄλλοι πρὸς ἐκεῖνον ἀνήκωσιν οὕτως, ἵνα ὁ παλαιότερος ἐν τῇ Ἐπισκοπῇ μερίζῃ, καὶ ὁ ἥττων ἐπιλέγηται. Εἰ δὲ τυχὸν εἶς ἔσται τόπος, προσχωρήσῃ, ᾧ τινι μᾶλλον γειτνιάζων εὑρίσκεται.

Ἐὰν δὲ ἀμφοτέροις τοῖς θρόνοις ἴσως γειτνιάζῃ, ἐκείνῳ παραχωρηθῇ, ὃν τὸ πλῆθος ἐπιλέξηται. Εἰ δὲ τυχὸν οἱ ἀρχαῖοι καθολικοὶ τὸν ἴδιον θελήσουσι, καὶ οἱ ἐκ τοῦ μέρους τοῦ Δονάτου μεταστρέψαντες τὸν ἴδιον, τῶν πλειόνων ἡ γνώμη προτιμηθῇ τῶν ὀλιγωτέρων. Εἰ δὲ τὰ μέρη εἰσὶν ἴσα, τῷ παλαιοτέρῳ Ἐπισκόπῳ καταλογισθείη.

Ἐὰν δὲ οὕτω πλεῖστοι οἱ τόποι εὑρεθῶσιν, ἐν οἷς ἀμφότερα τὰ μέρη εἰσίν, ὡς μὴ δύνασθαι ἐξίσου μερισθῆναι, τοῦ ἀριθμοῦ τῶν αὐτῶν τόπων ἀνίσου ὑπάρχοντος, πρῶτον μερισθῶσιν οἱ ἴσοι ἀριθμοί, καὶ τῷ ἀπομένοντι τοῦτο φυλαχθῇ, ὅπερ ἀνωτέρω λέλεκται, ὅτι περὶ τοῦ ἑνὸς ἐζητεῖτο τόπου.

Ἑρμηνεία. Ἐπειδὴ πολλαὶ ἀμφιβολίαι ἐγίνοντο ἀνάμεσα εἰς τοὺς Ἐπισκόπους, περὶ τοῦ ποῖος ἐξ αὐτῶν νὰ πάρῃ τοὺς ἀπὸ Δονατιστῶν ἐπιστρέφοντας, διορίζει ὁ παρὼν Κανών, ὅτι περὶ μὲν τῶν Βασιλικῶν νόμων τῶν περὶ ἑνότητος θεσπιζομένων, ἐδιωρίσθη (Καν. ριʹ.) νὰ ὑπόκεινται εἰς τὸν Ἐπίσκοπον ἐκεῖνον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐπέστρεψαν, μετὰ δὲ τοὺς νόμους νὰ ὑπόκεινται εἰς τοὺς πλησιοχώρους ὄντας τῶν Δονατιστῶν καθολικοὺς Ἐπισκόπους. Τώρα δὲ πάλιν εἰς λύσιν τελείαν τῶν ἀναφυομένων ἀμφιβολιῶν, ὁρίζει ἡ Σύνοδος, ὅτι οἱ τόποι τῶν ἐκ τῶν Δονατιστῶν ἐπιστρεψάντων νὰ ὑπόκεινται εἰς τὸν Ἐπίσκοπον ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον ἧτο ὑποκειμένη ἡ τοῦ τόπου τῶν Δονατιστῶν παλαιόθεν εὑρισκομένη ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Μὲ τοιοῦτον τρόπον δηλ. ὅτι, ἂν οἱ τόποι εὑρίσκωνται ἀνάμεσα εἰς δύω ἐπιστρέψαντας ἐκ τῶν Δονατιστῶν Ἐπισκόπους, καὶ οἱ δύω ἐξίσου νὰ μοιράζουν αὐτούς, καὶ ὁ μὲν παλαιότερος νὰ μοιράζῃ, ὁ δὲ νεώτερος νὰ διαλέγῃ. Εἰ δὲ ἕνας τόπος εἶναι περὶ τοῦ ὁποίου μάχονται, αὐτὸς νὰ ὑπόκειται εἰς τὸν περισσότερον γειτονεύοντα. Εἰ δὲ καὶ εἰς τοὺς δύω θρόνους αὐτῶν ἴσα συνορεύει, νὰ ὑπόκειται εἰς τὸν Ἐπίσκοπον ἐκεῖνον ὁποῦ θελήσῃ τὸ πλῆθος. Εἰ δὲ καὶ οἱ δύω ζητοῦσι τὸν αὐτὸν τόπον ὁλόκληρον, τῶν περισσοτέρων ἡ γνώμη ἂς ὑπερνικᾷ τὴν τῶν ὀλιγωτέρων. Εἰ δὲ καὶ τὰ δύω μέρη εἶναι ἴσα, τὸν τόπον νὰ ἐξουσιάζῃ ὁ παλαιότερος.

Ἐὰν δὲ οἱ τόποι ᾖναι πολλοί, ἂς μοιράζουν μὲν ἐξίσου καὶ οἱ δύω τοὺς ἴσους, καὶ ἂν ἀπομείνῃ ἕνας μόνος τόπος, ἂς ὑπόκειται ἢ εἰς τὸν μᾶλλον γειτονεύοντα, ἢ εἰς ἐκεῖνον ὁποῦ θελήσῃ τὸ πλῆθος, ἂν ἴσα μὲν καὶ εἰς τοὺς δύω. Ἀνάγνωθι καὶ τὸν νεʹ. τῆς παρούσης.

ΚΑΝΩΝ ΡΚΘʹ. Ἤρεσεν ἵνα, ἐάν τις μετὰ τοὺς νόμους, τόπον τινὰ πρὸς τὴν καθολικὴν ἑνότητα μεταστρέψῃ, καὶ τοῦτον ἐπὶ τριετίαν μηδενὸς ἀναζητοῦντος κατάσχη, τοῦ λοιποῦ παρ’ αὐτοῦ μὴ ἀναζητηθῇ, ἐὰν μέν τοι ἐντὸς τῆς αὐτῆς τριετίας ὑπῆρχεν Ἐπίσκοπος ὁ ὀφείλων ἀναζητῆσαι καὶ ἡσύχασεν· εἰ δὲ μὴ ἦν, μὴ προκριματισθῇ ἐν τῇ Μάτρικι, ἀλλ’ ὅτε ὁ χηρεύων τόπος λάβῃ Ἐπίσκοπον, ἐξὸν εἴη αὐτῷ ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἡμέρας ἐντὸς τριετίας ἀναζητῆσαι. Ὁμοίως δὲ καὶ ἐὰν Ἐπίσκοπος ἐκ τῶν τοῦ Δονάτου μερῶν πρὸς τὴν καθολικὴν ἐπιστρέψῃ, μὴ προκριματισθείη ἐν τῇ Μάτρικι περὶ τοῦ ὁρισθέντος χρόνου, ἀλλ’ ἐξ ἧς ἡμέρας ἐπέστρεψεν, ἐχέτω ἐξουσίαν ἀναζητεῖν ἐντὸς τριετίας τοὺς τόπους, τῇ αὐτοῦ ἀνήκοντας καθέδρᾳ.

Ἑρμηνεία. Καὶ οὗτος τελευταῖον ὁ Κανὼν περὶ τῶν τόπων τῶν Δονατιστῶν, καὶ ἁπλῶς τῶν ἀπὸ αἱρετικῶν ἐπιστραφέντων διορίζει, λέγων ὅτι ἐάν τινας Ἐπίσκοπος καθολικός, μετὰ τοὺς νόμους τοὺς περὶ ἑνότητος (Κανὼν ριʹ.) ἐπιστρέψῃ τόπον αἱρετικῶν πρὸς τὴν ὀρθοδοξίαν, καὶ κρατήσῃ αὐτὸν τρεῖς χρόνους, χωρὶς νὰ τὸν ζητῇ τινάς, μετὰ τοὺς τρεῖς χρόνους νὰ μὴ ἠμπορῇ πλέον νὰ τὸν πάρῃ τινὰς ἀπὸ αὐτόν· ἂν δὲ ἡ Ἐπισκοπὴ ἐκείνη, τῆς ὁποίας ἦτο ὁ τόπος δὲν εἶχεν Ἐπίσκοπον, καὶ ἀνάμεσα εἰς τοὺς τρεῖς χρόνους χειροτονηθῇ Ἐπίσκοπος εἰς αὐτήν, εἶναι ἄδεια εἰς αὐτὸν νὰ ζητῇ τὸν τόπον αὐτὸν ὡς ἐδικόν του, καὶ οὐ προκριματισθείη ἐν τῇ Μάτρικι, ἤγουν δὲν θέλει βλαβῇ καὶ χάσει τὸν τόπον αὐτόν, μὲ τὸ νὰ ἐγράφη αὐτὸς εἰς τὸν πρωτότυπον Κώδηκα καὶ μάναν τῆς νεμηθείσης εἰς αὐτὸν ξένης Ἐκκλησίας, ἀλλὰ θέλει λάβει αὐτὸν ὀπίσω, ἐὰν μέσα εἰς τρεῖς χρόνους αὐτὸν ζητήσῃ. Ὁμοίως δὲ καὶ ἐάν τις Ἐπίσκοπος Δονατιστὴς ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν ὀρθοδοξίαν, ἠμπορεῖ καὶ αὐτὸς νὰ ζητῇ ἀπὸ τὴν ἡμέραν ὁποῦ ἐπέστρεψε τὸν ἀνήκοντα τόπον του, τὸν κρατούμενον μέσα εἰς τρεῖς χρόνους ἀπὸ ἄλλον καθολικὸν Ἐπίσκοπον. Ὅρα καὶ τὸν νεʹ. τῆς παρούσης, καὶ τὸν ιζʹ. τῆς δʹ.

ΚΑΝΩΝ ΡΛʹ. Ἤρεσεν ἵνα, οἱοιδήποτε Ἐπίσκοποι τὰ πλήθη, ἃ νομίζουσι τῷ θρόνῳ αὑτῶν ἀνήκειν, μὴ οὕτως ἀναζητῶσιν, ὥστε ἄλλων Ἐπισκόπων κρινόντων, τοῦτο πράττειν, ἀλλ’ ὑπὸ ἑτέρου κατεχομένοις ἐπέλθωσι τοῖς λαοῖς, εἴτε θέλουσιν, εἴτε μὴ θέλουσι τοῦ ἰδίου πράγματος τὴν ζημίαν ὑπομείνωσι. Καὶ οἵτινες δήποτε τοῦτο ἐποίησαν, εἰ μὴ ἡ μεταξὺ τῶν Ἐπισκόπων συνέλευσις ἐπερωτηθῇ, ἀλλ’ ἀκμὴν περὶ τοῦ αὐτοῦ φιλονεικοῦσιν, ἐκεῖνος ἀποστῇ ἐκεῖθεν, περὶ οὗ δειχθείη, ὅτι παρεάσας τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς δικαστάς, ἔφοδον ἐποίησε. Καὶ μὴ ἑαυτὸν τίς κολακεύσῃ, εἰ ἐκ τοῦ πρωτεύοντος γράμματα περὶ τοῦ κατέχειν ἔλαβεν· ἀλλ’ εἴτε γράμματα ἔχει, εἴτε οὐκ ἔχει, συνέλθοι τῷ κατέχοντι, καὶ παρ’ αὐτοῦ γράμματα λάβοι, ὥστε φανῆναι τοῦτον εἰρηνικῶς τὴν αὐτῷ ἀνήκουσαν κατασχεῖν Ἐκκλησίαν. Ἐὰν δὲ κᾀκεῖνός τινα ζήτησιν ἀντεναγάγῃ, καὶ αὐτὴ περατωθῇ μεταξὺ Ἐπισκόπων κρινόντων, εἴτε οὓς ὁ πρωτεύων αὐτοῖς δῶ, εἴτε οὓς γειτνιῶντας κατὰ συναίνεσιν ἐπιλέξωνται.

Ἑρμηνεία. Ἐμποδίζει ὁ παρὼν Κανὼν τὸ νὰ μεταχειρίζωνται οἱ Ἐπίσκοποι δυναστείαν, ἀλλὰ μετὰ κρίσεως τῶν Ἐπισκόπων αὐτῶν, νὰ ζητοῦσι τοὺς λαοὺς ἐκείνους, ὁποῦ νομίζουν ὅτι ἀνήκουσιν εἰς αὐτούς. Εἰ δὲ δυναστικῶς ζητήσουν νὰ πάρουν αὐτούς, εἴτε ἐκεῖνοι θέλουν, εἴτε δὲν θέλουν αὐτοὺς Ἐπισκόπους, οὗτοι νὰ χάνουν τοὺς τοιούτους λαούς, κᾂν καὶ δίκαιον εἶχον νὰ τοὺς λάβουν, διὰ τὴν δυναστείαν ὁποῦ ἐμεταχειρίσθησαν. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν οἱ δύω Ἐπίσκοποι, οἱ περὶ τῶν λαῶν τούτων μαχόμενοι, ἔλθουν εἰς κρίσιν τῶν Ἐπισκόπων, πρὸ τοῦ δὲ νὰ τελειωθῇ ἡ κρίσις, ἀλλ’ ἔτι, φιλονεικουμένου τοῦ πράγματος, ὁ ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἀφήσῃ μὲν τὴν κρίσιν τῶν Ἐπισκόπων, μεταχειρισθῇ δὲ ἔφοδον καὶ δυναστείαν, καὶ οὗτος νὰ χάνῃ τοὺς λαοὺς ἐκείνους, κᾂν καὶ δίκαιον εἶχε νὰ τοὺς λάβη. Ἂς μὴ κολακεύσῃ δέ, ἤτοι ἂς μὴ ἀπατήσῃ τινὰς τὸν ἑαυτόν του, καὶ μεταχειρισθῇ τὴν δυναστείαν ταύτην, προφασιζόμενος ὅτι ἔλαβε γράμματα ἀπὸ τὸν Μητροπολίτην αὐτῶν, διὰ νὰ πάρῃ τὸν λαὸν ἐκεῖνον· διότι, εἴτε ἔχοι, εἴτε δὲν ἔχοι τοιοῦτον γράμμα, πρέπει νὰ λάβῃ καὶ γράμμα δηλωτικόν, ὅτι μετὰ εἰρήνης ἔλαβε τὴν ἀνήκουσαν εἰς αὐτὸν Ἐκκλησίαν ἀπὸ τὸν προκρατοῦντα ταύτην Ἐπίσκοπον (εἰ δὲ τοῦτο οὐ ποιήσῃ, νὰ χάνῃ τὸ δίκαιόν του).

Ἐὰν δὲ ὁ ἐναγόμενος Ἐπίσκοπος παρομοίως ἐνάγῃ τὸν ἐνάγοντα, ἡ κρίσις αὕτη νὰ θεωρῆται ἀπὸ Ἐπισκόπους, εἴτε ἐκείνους ὁποῦ ὁ Μητροπολίτης ἤθελε δώσει, εἴτε ἐκείνους ὁποῦ αὐτοὶ διαλέξουν, γειτνιῶντας καὶ πλησιοχώρους.

Ἀνάγνωθι καὶ τὸν ιζʹ. τῆς δʹ.

ΚΑΝΩΝ ΡΛΑʹ. Ἤρεσεν ἵνα, οἵτινες δήποτε ἀμελῶσι τῶν τόπων, τῶν ἀνηκόντων τῇ αὑτῶν καθέδρᾳ, πρὸς τὸ τούτους κερδᾶναι εἰς τὴν καθολικὴν ἑνότητα, ἐγκληθῶσιν ἀπὸ τῶν γειτνιώντων αὐτοῖς ἐπιμελῶν Ἐπισκόπων, περὶ τοῦ, μὴ ἀναβάλλεσθαι τοῦτο πράξαι.

Διό, ἐὰν ἐντὸς προθεσμίας μηνῶν ἕξ, ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς περὶ τούτου συνελεύσεως, μηδὲν ἀνύσωσι, τῷ δυναμένῳ λοιπὸν τούτους κερδᾶναι προσκυρωθῶσιν. Οὕτω μέντοι ἵνα, ἐὰν ἐκεῖνος, πρὸς ὃν δείκνυνται ἀνήκειν οἱ τοιοῦτοι, ἐξεπίτηδες διά τινα οἰκονομίαν ἔδοξεν ἀμελεῖν, τοῦτο τῶν αἱρετικῶν ἐπιλεξαμένων, ὥστε ἀθορύβως αὐτοὺς παραδέξασθαι. Καὶ ἐν τοσούτῳ ἡ αὐτοῦ ἐπιμέλεια ἀπὸ ἑτέρου προελήφθη, ᾗ τινι, εἰ κατεχρήσατο, τοὺς αὐτοὺς αἱρετικοὺς πλέον ἐκάκιζε τούτου, μεταξὺ Ἐπισκόπων κρινόντων, διαγινωσκομένου, οἱ τόποι τῇ αὐτοῦ καθέδρᾳ ἀποκατασταθῶσι.

Τῶν δὲ κρινόντων Ἐπισκόπων, ἐκ διαφόρων ὄντων ἐπαρχιῶν, ἐκεῖνος ὁ πρωτεύων τοὺς δικαστὰς δώσει, οὗ τινος ἐν τῇ χώρᾳ ὁ αὐτὸς ὑπάρχει τόπος, περὶ οὗ φιλονεικεῖται, ἐὰν δὲ κατὰ κοινὴν συναίνεσιν γείτονας ἐπιλέξωνται κριτάς, ἢ εἷς ἐπιλεγῇ, ἢ τρεῖς. Καὶ ἐὰν τρεῖς ἐπιλέξωνται καὶ ἀρεστῶσιν, ἢ τῇ τῶν ὅλων ψήφῳ ἐξακολουθήσωσιν ἢ τῇ τῶν δύω, ἀπὸ δὲ τῶν δικαστῶν τῶν κατὰ κοινὴν συναίνεσιν ἐπιλεγέντων μὴ ἐξεῖναι ἐκκαλεῖσθαι. Ὅστις δήποτε ἀποδειχθείη διὰ μονοτονίαν μὴ θέλειν τοῖς δικασταῖς πειθαρχῆσαι, τοῦτο γινώσκων ὁ τῆς πρώτης καθέδρας Ἐπίσκοπος, δώσει γράμματα, ὥστε μηδένα τῶν Ἐπισκόπων αὐτῷ κοινωνῆσαι, ἕως οὗ πειθαρχήσῃ.

Ἑρμηνεία. Δὲν πρέπει νὰ ἀμελῶσιν οἱ Ἐπίσκοποι τοὺς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ αὑτῶν εὑρισκομένους αἱρετικούς, ὡς λόγον ἀποδώσοντες περὶ αὐτῶν, ἀλλὰ νὰ σπουδάζουν μὲ κάθε τρόπον νὰ τοὺς κερδίσουν καὶ νὰ τοὺς ἐπιστρέψουν εἰς τὴν καθολικὴν ἑνότητα, ἤτοι Ἐκκλησίαν. Εἰ δὲ ἀναβάλλουσι τὸν καιρόν, νὰ κατηγορηθοῦν διὰ τὴν ἀναβολὴν ταύτην ἀπὸ τοὺς πλησιοχώρους Ἐπισκόπους. Ἐὰν δὲ καὶ κατηγορηθέντες, πάλιν ἀμελῶσι, καὶ εἰς διορίαν μηνῶν ἓξ δὲν ἐπιστρέψουν τινὰς ἐξ αὐτῶν, οἱ αἱρετικοὶ οὗτοι μετὰ τῶν τόπων αὐτῶν νὰ δίδωνται εἰς ἄλλον Ἐπίσκοπον δυνάμενον νὰ τοὺς ἐπιστρέψῃ.

Πλὴν ἐὰν ὁ Ἐπίσκοπος, εἰς ὃν ὑπόκεινται οἱ αἱρετικοί, μεταχειρίζεται τὴν φαινομένην ἀμέλειαν ταύτην δι’ οἰκονομίαν τινά, τὴν ὁποίαν ἐζήτησαν οἱ αἱρετικοί, ἵνα εἰρηνικώτερα καὶ ἀβίαστα ἐπιστραφῶσιν, (ὡσὰν ὁποῦ ἂν ἐμεταχειρίζετο ἐπιμέλειαν καὶ σπουδὴν περισσοτέραν, ἤθελαν σκληρυνθῇ διὰ αὐτὴν ἐκεῖνοι), ἄλλος δὲ Ἐπίσκοπος μὴ γινώσκων τὴν οἰκονομίαν ταύτην, ἐπρόλαβε καὶ τοὺς ἐπέστρεψεν· ἐὰν λέγω, τοῦτο φανερωθῇ μετὰ διαγνώσεως καὶ κρίσεως τῶν Ἐπισκόπων, οἱ τόποι ὅλοι καὶ οἱ λαοὶ τῶν ἐπιστραφέντων αἱρετικῶν νὰ δίδωνται εἰς ὃν ὑπέκειντο Ἐπίσκοπον, τοὺς δὲ μέλλοντας κρῖναι Ἐπισκόπους, ἢ νὰ τοὺς δίδῃ ὁ Μητροπολίτης ἐκεῖνος, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν ἐπαρχίαν εὑρίσκεται ὁ φιλονεικούμενος λαὸς καὶ τόπος τῶν αἱρετικῶν, ἢ μὲ συμφωνίαν νὰ τοὺς ἐκλέγουν καὶ οἱ δύω διαφερόμενοι Ἐπίσκοποι, καὶ ἐὰν μὲν ἕνα ἐκλέξουν, νὰ μένουν εἰς τὴν κρίσιν του, ὡς αἱρετοῦ κριτοῦ, ἐὰν δὲ τρεῖς, συμφωνούντων μὲν καὶ τῶν τριῶν, νὰ ἀκολουθήσουν εἰς τὴν κρίσιν αὐτῶν, μὴ συμφωνοῦντος δὲ τοῦ ἑνός, νὰ ἀκολουθήσουν εἰς τὴν κρίσιν τῶν συμφωνούντων δύω, καὶ τὴν κρίσιν αὐτῶν νὰ μὴ ἐκκαλοῦν εἰς ἄλλο κριτήριον. Ὅποιος δὲ ἐκ τῶν δύο διὰ πεῖσμα δὲν πείθεται εἰς τοὺς αἱρετοὺς αὐτοὺς κριτάς, διὰ γραμμάτων τοῦ Μητροπολίτου νὰ μὴ συγκοινωνῇ τινας Ἐπίσκοπος μὲ αὐτόν, ἕως οὗ νὰ πεισθῇ. Ὅρα καὶ τὸν νηʹ. Ἀποστολικόν, καὶ τὸν ιϛʹ. τῆς παρούσης.

ΚΑΝΩΝ ΡΛΒʹ. Ἐὰν ἐν τοῖς Ματρικίοις, ἤγουν ἐν ταῖς καθέδραις, Ἐπίσκοπος ἀμελὴς γένηται κατὰ τῶν αἱρετικῶν, ὑπομνησθείη ὑπὸ τῶν γειτνιώντων Ἐπισκόπων ἐπιμελῶν, καὶ ὑποδειχθείη αὐτῷ ἡ ἰδία περιφρόνησις πρὸς τὸ μὴ ἔχειν ἀπολογίαν. Ἐὰν δὲ ἀφ’ ἧς ἡμέρας ὑπομνησθῇ, ἐντὸς μηνῶν ἕξ, ἐν τῇ αὐτῇ ἐπαρχίᾳ διάγων, μὴ τῶν ὀφειλόντων πρὸς τὴν καθολικὴν ἑνότητα ἐπιστραφῆναι τὴν φροντίδα ποιήσηται, τῷ τοιούτῳ μὴ συγκοινωνηθῇ, ἕως οὗ τοῦτο πληρώσῃ. Εἰ δὲ ὁ ἐπεξεργαστὴς εἰς τοὺς αὐτοὺς τόπους μὴ παραγένηται, τῷ Ἐπισκόπῳ μὴ ἐπιγραφῇ.

Ἑρμηνεία. Οὐ μόνον τοὺς ἄλλους τόπους τῶν αἱρετικῶν, κατὰ τὸν προλαβόντα Κανόνα, ἀλλὰ καὶ αὐτὰς τὰς καθέδρας καὶ Μητροπόλεις, (εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκονται οἱ προτότυποι Κώδηκες καὶ ἀπογραφαὶ τῶν πραγμάτων αὐτῶν· τοῦτο γὰρ δηλοῦσι τὰ Ματρίκια, καὶ ὅρα εἰς τὸν μαʹ. τῆς Συνόδου ταύτης) πρέπει ὁ Ἐπίσκοπος νὰ ἐπιμελῆται νὰ ἐπιστρέφῃ πρὸς τὴν ὀρθοδοξίαν καὶ ὄχι νὰ ἀμελῇ. Ὁ δὲ ἀμελῶν αὐτῶν, διορίζει ὁ παρὼν Κανών, νὰ ἐνθυμίζεται περὶ τούτου ἀπὸ τοὺς γείτονας Ἐπισκόπους, διὰ νὰ μὴ ἔχῃ ὕστερον ἀπολογίαν. Ἐὰν δὲ μετὰ τὴν ἐνθύμησιν, εἰς ἓξ μῆνας εὑρισκόμενος εἰς τὰς καθέδρας αὐτὰς τῶν αἱρετικῶν, δὲν φροντίσῃ νὰ ἐνεργήσῃ ὅλους τοὺς τρόπους ἐκείνους, μὲ τοὺς ὁποίους ἠμποροῦν νὰ ἐπιστραφοῦν οἱ αἱρετικοί, νὰ γίνεται ἀκοινώνητος ἕως οὗ νὰ κάμῃ τοῦτο. Εἰ δὲ ὁ ἄρχων τῆς χώρας, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἐπεξεργάσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ νὰ φέρῃ τοὺς αἱρετικούς, καὶ μὴ θέλοντας εἰς τὸ νὰ ἀπολογηθοῦν, δὲν εὑρίσκεται παρών, ἂς μὴ κατηγορῆται διὰ τὴν ἀναβολὴν αὐτὴν τῆς ἐπιστροφῆς των ὁ Ἐπίσκοπος, ὡς μὴ ἐξ αἰτίας αὐτοῦ γενομένην. Ὅρα καὶ τὸν νηʹ.

Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ ΡΛΓʹ. Ἐὰν δὲ ἀποδειχθῇ τὸν τοιοῦτον ψευσάμενον περὶ τῆς ἐκείνων κοινωνίας, ἐν τῷ λέγειν αὐτοὺς κεκοινωνηκέναι, οὓς δείκνυται, συνειδήσει αὐτοῦ μὴ κοινωνῆσαι καὶ τὴν Ἐπισκοπὴν ἔτι μὴν ἀπολέσει.

Ἑρμηνεία. Ἀκόλουθος εἶναι ὁ παρὼν Κανὼν μὲ τὸν ἀνωτέρων. Λέγει γὰρ ὅτι, ἐὰν κατηγορούμενος ὁ ἀμελήσας νὰ ἐπιστρέψῃ τοὺς αἱρετικοὺς Ἐπίσκοπος, εἰπῇ ψευδῶς, ὅτι ἐπέστρεψαν καὶ ἐσυγκοινώνησαν αὐτοὶ μὲ τὴν καθολικὴν Ἐκκλησίαν, χωρὶς νὰ ἐπιστρέψουν ὁλότελα, ἢ καὶ ἐπέστρεψαν μέν, ὄχι δὲ μὲ τὴν εἴδησιν καὶ σπουδὴν τὴν ἐδικήν του, οὗτος νὰ καθαίρεται παντελῶς καὶ διὰ τὴν ἀμέλειαν, καὶ διὰ τί εἶπε ψεύματα. Ὅρα καὶ τὸν νηʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ ΡΛΔʹ. Ἤρεσεν ἵνα, Πρεσβύτεροι, Διάκονοι καὶ οἱ λοιποὶ κατώτεροι Κληρικοὶ ἐν αἷς ἔχουσιν αἰτίαις, ἐὰν περὶ τῆς ψήφου, τοὺς ἰδίους Ἐπισκόπους μέμφωνται οἱ γειτνιῶντες Ἐπίσκοποι τούτων, ἀκροάσωνται, καὶ τὰ μεταξὺ τούτων περατώσωσιν οἱ παρ’ αὐτῶν, κατὰ συναίνεσιν τῶν ἰδίων αὐτῶν Ἐπισκόπων προσλαμβανόμενοι. Ἐὰν δὲ καὶ ἀπ’ αὐτῶν ἐκκαλέσασθαι θελήσωσι, μὴ ἐκκαλέσωνται, εἰμὴ πρὸς τὰς τῆς Ἀφρικῆς Συνόδους, ἢ πρὸς τοὺς πρωτεύοντας τῶν ἰδίων αὐτῶν ἐπαρχιῶν. Πρὸς δὲ τὰ πέραν τῆς θαλάσσης ὁ βουλόμενος ἐκκαλεῖσθαι, ἀπὸ μηδενὸς ἐν Ἀφρικῇ δεχθείη εἰς κοινωνίαν.

Ἑρμηνεία. Οὗτος ὁ Κανὼν εἶναι σχεδὸν ἀπαράλλακτος μὲ τὸν λϛʹ. τῆς παρούσης ταύτης Συνόδου. Δι’ ὃ καὶ ἀνάγνωθι τὴν ἑρμηνείαν ἐκεῖ. Τοῦτο δὲ καὶ μόνον προσθέτει παράνω ὁ παρών, ὅτι οἱ θέλοντες ἐκκαλέσαι τὴν κρίσιν ἀπὸ τοὺς πλησιοχώρους Ἐπισκόπους, νὰ τὴν ἐκκαλοῦν πρὸς τὰς Συνόδους τῆς Ἀφρικῆς, ἢ πρὸς τοὺς πρωτεύοντας κτλ. Ὅρα καὶ τὸν ϛʹ. τῆς βʹ. καὶ θʹ. τῆς γʹ.

ΚΑΝΩΝ ΡΛΕʹ. Ἤρεσεν ἵνα, ὅστις δήποτε τῶν Ἐπισκόπων δι’ ἀνάγκην τῆς παρθενικῆς σωφροσύνης κινδυνευούσης, ὅτε, ἢ ἐραστὴς δυνατός, ἢ ἅπαξ τις ἐστὶν ἐν ὑποψίᾳ, ἢ ἔτι μὴν ὑπό τινος θανατηφόρου κινδύνου αὕτη αἴσθηται νυχθεῖσα, παρακαλούντων ἢ τῶν γονέων αὑτῆς, ἢ ὧν τῇ φροντίδι ἀνάκειται, διὰ τὸ μὴ χωρὶς τοῦ σχήματος τελειωθῆναι, καλύψῃ παρθένον, ἢ ἐκάλυψεν, ἐντὸς κείρας ἐνιαυτῶν εἰκοσιπέντε, μηδὲν τὸν τοιοῦτον βλάψῃ ἡ περὶ τούτου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐνιαυτῶν κατασταθεῖσα Σύνοδος.

Ἑρμηνεία. Εἴπομεν κατὰ τὸν μεʹ. τῆς ϛʹ. ὅτι οἱ Μοναχοὶ καὶ Μονάζουσαι μὲ τὰ κοσμικὰ φορέματα ἔκαμναν τὴν δοκιμὴν τῆς καλογερικῆς: τοῦτο δὲ γίνεται φανερώτερον ἀπὸ τὸν παρόντα Κανόνα. Διορίζει γὰρ οὗτος, ὅτι αἱ παρθένοι ἐκεῖναι αἱ καθιερωθεῖσαι εἰς τὸν Θεὸν ἀπὸ τὸν Ἀρχιερέα, κατὰ τὸν ϛʹ. τῆς παρούσης, αὐταὶ νὰ μὴ φοροῦν τὸ σχῆμα ἕως εἰς τὸν κεʹ. χρόνον τῆς ἡλικίας των, (περὶ οὗ ὅρα τὸν μʹ. τῆς ϛʹ.) ἐὰν δὲ ἠγάπησε κᾀμμίαν ἀπὸ αὐτὰς δυνάστης τινάς, ἢ ἦναι ὑποψία ὅτι ἔχει νὰ ἁρπάσῃ αὐτὴν κᾀνένας ἀσελγὴς ἄνθρωπος, ἢ καὶ εἰς κίνδυνον θανάτου εὑρίσκεται, καὶ παρακαλῇ αὐτὴ καὶ οἱ γονεῖς της διὰ νὰ μὴ ἀποθάνῃ χωρὶς νὰ λάβῃ τὸ σχῆμα, δίδοται ἄδεια εἰς τὸν Ἐπίσκοπον νὰ φορέσῃ τὴν αὐτὴν τὸ σχῆμα καὶ πρὸ τοῦ κεʹ. χρόνου, καὶ διὰ τὸ παράκαιρον αὐτὸ νὰ μὴ βλάπτεται οὗτος ἀπὸ τὴν Σύνοδον, ὁποῦ τὸν τοιοῦτον καιρὸν ἐδιώρισεν, ὡς ἐξ ἀνάγκης, καὶ οὐχ ἑκουσίως αὐτὸν παραβάς. Ὅρα καὶ τὸν ιθʹ. τῆς αʹ. καὶ ϛʹ. τῆς παρούσης.

ΚΑΝΩΝ ΡΛϚʹ. Ἤρεσε πάσῃ τῇ Συνόδῳ, διὰ τὸ μὴ ἐπιπολὺ τοὺς πρὸς τὴν Σύνοδον συναχθέντας Ἐπισκόπους σύμπαντας κατέχεσθαι, ἐξ ἑκάστης ἐπαρχίας ἀνὰ τρεῖς ἐπιλεγῆναι δικαστάς.

Ἑρμηνεία. Οἱ ἀθροισθέντες Ἐπίσκοποι, ἐπειδὴ ἐπολυκαίρισαν εἰς τὴν Σύνοδον ταύτην (εἰς ἓξ γὰρ ὁλοκλήρους χρόνους αὕτη, ὡς εἴπομεν, διήρκεσε) καὶ ἔμειναν ἀκόμη κἄποια ζητήματα νὰ θεωρηθοῦν, διὰ τοῦ παρόντος Κανόνος ἐφάνη εὔλογον νὰ διαλεχθοῦν ἀπὸ κάθε ἐπαρχίαν τρεῖς Ἐπίσκοποι, καὶ οἱ μὲν λοιποὶ νὰ ὑπάγουν εἰς τὰς ἐπαρχίας των, οἱ διαλεχθέντες δὲ αὐτοὶ νὰ μείνουν καὶ νὰ θεωρήσουν τὰ ἐναπολειφθέντα ζητήματα.

ΚΑΝΩΝ ΡΛΖʹ. Ἤρεσε πᾶσιν, ἐπειδὴ τοῖς ἀνωτέροις τῶν Συνόδων ψηφίσμασι περὶ προσώπων Κληρικῶν τῶν μὴ ὀφειλόντων εἰς κατηγορίαν προσδεχθῆναι ὡρίσθη, καὶ οὐκ ἐπεξηργάσθη: ποῖα πρόσωπα μὴ προσδεχθῶσι, διὰ τοῦτο ὁρίζομεν τοῦτον ὀρθῶς πρὸς κατηγορίαν μὴ εἰσδέχεσθαι, ὅστις μετὰ τὸ ἀπὸ κοινωνίας γενέσθαι, ἐν αὐτῷ ἔτι τῷ ἀφορισμῷ ὑπάρχει, εἴ τε Κληρικὸς εἴη, εἴτε λαϊκὸς κατηγορῆσαι βουλόμενος.

Ἑρμηνεία. Διορίζει ὁ παρὼν Κανών, εἰς κατηγορίαν Κληρικῶν νὰ μὴ δέχωνται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ μόνοι οἱ ἀδιάβλητοι καὶ ἀκατηγόρητοι. Ὅστις λοιπὸν Κληρικὸς ἢ λαϊκὸς ἀφωρίσθη, ἐν ὅσῳ καιρῷ εὑρίσκεται εἰς τὸν ἀφορισμόν, νὰ μὴ δέχεται εἰς τὸ νὰ κατηγορῇ Κληρικόν. Ἀνάγνωθι καὶ τὸν οδʹ. Ἀποστολικόν, καὶ τὸν ϛʹ. τῆς βʹ.

ΚΑΝΩΝ ΡΛΗʹ. Ἤρεσεν ἵνα, πάντες οἱ δοῦλοι καὶ οἱ ἴδιοι ἀπελεύθεροι, εἰς κατηγορίαν μὴ δεχθῶσι, καὶ πάντες, οὓς πρὸς κατηγορητέα ἐγκλήματα οἱ δημόσιοι νόμοι οὐ προσδέχονται· πάντες ἔτι μὴν οἱ τοῖς τῆς ἀτιμίας σπίλοις ἐῤῥαντισμένοι, τοὐτέστι μῖμοι, καὶ ὅσα ταῖς αἰσχρότησιν ὑποβέβληνται πρόσωπα· αἱρετικοὶ ἔτι μήν, εἴτε Ἕλληνες, εἴτε Ἰουδαῖοι. Πλὴν ὅμως πᾶσιν, οἷς ἡ τοιαύτη κατηγορία ἀρνεῖται, ἐν ταῖς ἰδίαις αἰτίας τὴν τοῦ κατηγορεῖν ἄδειαν μὴ ὀφείλειν ἀρνεῖσθαι.

Ἑρμηνεία. Ἀλλ’ οὔτε ὅλοι οἱ δοῦλοι καὶ οἱ ἐλευθερωθέντες δέχονται εἰς τὸ νὰ κατηγορήσουν τοὺς ἐδικούς των αὐθέντας καὶ ἐλευθερωτὰς κατὰ τὸν παρόντα Κανόνα, οὔτε ὅλοι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους δὲν δέχονται εἰς κατηγορίαν τινῶν οἱ πολιτικοὶ νόμοι· ἀλλ’ οὔτε οἱ ἄτιμοι, καὶ ἀτίμους καὶ αἰσχρὰς μεταχειριζόμενοι τέχνας, ἤγουν, οἱ μῖμοι, οἱ σκηνικοὶ καὶ ὑποκριταί, ἢ μονομάχοι καὶ θηριομάχοι, καὶ ἄλλοι τοιοῦτοι. Ἀλλ’ οὔτε αἱρετικοί, ἢ σχισματικοί, ἢ Ἕλληνες ἡ Ἰουδαῖοι. Οὗτοι, λέγω, πάντες εἰς ἐγκληματικὰς καὶ ἐκκλησιαστικὰς ὑποθέσεις δὲν δέχονται νὰ κατηγοροῦν Ἐπισκόπους καὶ Κληρικούς. Εἰς δὲ χρηματικὰς καὶ ἐδικάς των ὑποθέσεις, ὅλοι ἔχουσι τὴν ἄδειαν νὰ κατηγοροῦν αὐτούς. Ὅρα καὶ τὸν οδʹ. Ἀποστολ. καὶ τὸν ϛʹ. τῆς βʹ.

ΚΑΝΩΝ ΡΛΘʹ. Ἤρεσεν ἵνα, ὁσάκις δήποτε Κληρικοῖς, ἀπὸ κατηγόρων πολλὰ ἐγκλήματα ὑποβάλλονται, καὶ ἐὰν ἐξ αὐτῶν περὶ οὗ πρῶτον ἐπράχθη, ἀποδειχθῆναι οὐκ ἠδυνήθη, πρὸς τὰ λοιπὰ μετὰ ταῦτα μὴ προσδεχθῶσιν.

Ἑρμηνεία. Ἐὰν διάφορα ἐγκλήματα εἰπῇ τινας κατὰ τῶν Ἐπισκόπων ἢ Κληρικῶν, καὶ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὸ πρώτως ἐξετασθέν, δὲν δυνηθῇ νὰ ἀποδείξῃ ἀληθινόν, προστάζει ὁ παρὼν Κανών, ὅτι οὔτε εἰς τὰ λοιπὰ ἐγκλήματα νὰ προσδέχεται ὡς ἀληθινὸς ὁ τοιοῦτος. Ὅρα καὶ τὸν οδʹ.

Ἀποστολ. καὶ τὸν ϛʹ. τῆς βʹ.

ΚΑΝΩΝ ΡΜʹ. Μάρτυρας δὲ εἰς μαρτυρίαν μὴ εἰσδέχεσθαι, τοὺς μηδὲ πρὸς κατηγορίαν εἰσδεχθῆναι παραγγελθέντας, ἢ ἔτι μήν, οὓς αὐτὸς ὁ κατήγορος ἐκ τοῦ ἰδίου οἴκου προσκομίσει. Μαρτυρία δὲ ἐντὸς κείρας ἐνιαυτῶν δεκατεσσάρων μὴ προσδεχθείη.

Ἑρμηνεία. Ὄχι μόνον οἱ τῶν Κληρικῶν καὶ ἱερωμένων κατήγοροι πρέπει νὰ ᾖναι ἀκατηγόρητοι, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ κατὰ τούτων μέλλοντες μαρτυρῆσαι, ὡς ὁ παρὼν Κανὼν διορίζεται. Ὅσα λοιπὸν πρόσωπα εἴπομεν ἀνωτέρω, ὅτι εἰς κατηγορίαν δὲν δέχονται Κληρικῶν, αὐτὰ οὐδὲ εἰς μαρτυρίαν τὴν κατὰ τούτων δέχονται. Ἀλλ’ οὔτε νὰ δέχωνται εἰς μαρτυρίαν ἐκείνους ὁποῦ φέρει ὁ κατήγορος ἀπὸ τὸ ὀσπήτιόν του (καὶ μάλιστα ὄντας ὑπεξουσίους)· ὕποπτοι γὰρ οὗτοι εἶναι διὰ τὴν οἰκειότητα. Ἀλλὰ καὶ ὅσοι εἶναι ἄνηβοι, πρὸ τοῦ νὰ φθάσουν εἰς ἡλικίαν ιδʹ. χρόνων, εἰς μαρτυρίαν δὲν δέχονται, μὲ τὸ νὰ μὴ ἔχουσιν ἀκόμη τὸν λογισμὸν καὶ τὸ φρόνημα σταθερόν. Ἀνάγνωθι καὶ τὸν οεʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ ΡΜΑʹ. Ἤρεσεν ἵνα, ἐάν ποτε Ἐπίσκοπος λέγῃ τινά, αὐτῷ μόνῳ τὸ ἴδιον ἔγκλημα ὁμολογῆσαι, καὶ ἐκεῖνος ἀρνῆται, μὴ λογίσηται ὁ Ἐπίσκοπος εἰς ἰδίαν ὕβριν συντείνειν, ὅτι αὐτὸς μόνος οὐ πιστεύεται. Εἰ δὲ καὶ τῷ σκινδαλμῷ τῆς ἰδίας συνειδήσεως λέγοι μὴ θέλειν ἑαυτὸν κοινωνεῖν τῷ ἀρνουμένῳ, ἐφ’ ὅσον τῷ ἀφωρισμένῳ μὴ κοινωνῇ ὁ ἴδιος Ἐπίσκοπος, τῷ αὐτῷ Ἐπισκόπῳ ἄλλοι μὴ συγκοινωνήσωσιν Ἐπίσκοποι. Ὥστε μᾶλλον παραφυλάττεσθαι τὸν Ἐπίσκοπον μὴ λέγειν κατά τινος, ὅπερ ἀποδείξεσιν ἐλέγξαι παρ’ ἑτέροις οὐ δύναται.

Ἑρμηνεία. Διορίζει ὁ παρὼν Κανών, ὅτι ἀνίσως τινὰς ἐξομολογηθῇ κατὰ μόνας εἰς Ἐπίσκοπον ἁμάρτημά τι ἐδικόν του, ἄξιον ἀκοινωνησίας καὶ ἀφορισμοῦ, ἔπειτα ὁ Ἐπίσκοπος μὲν τὸ φανερώση, ὁ δὲ ἐξομολογηθεὶς ἀκούοντας τοῦτο, ἀρνῆται ὅτι τοῦ τὸ ἐξομολογήθη· ἐὰν τοῦτο, λέγω, ἀκολουθήσῃ, δὲν πρέπει ὁ Ἐπίσκοπος νὰ πιστεύεται μόνος, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀναγκάζεται νὰ συγκοινωνῇ μὲ ἐκεῖνον, καὶ νὰ μὴ νομίζῃ εἰς ὕβριν ἐδικήν του, ὅτι οἱ ἄλλοι δὲν τοῦ πιστεύουσι μόνου. Ἐὰν δὲ αὐτὸς δὲν θέλῃ νὰ συγκοινωνῇ μὲ τὸν ἐξομολογηθέντα καὶ ἀρνούμενον, διὰ τὸ σκάνδαλον ὁποῦ τοῦ κάμνει ἡ συνείδησις ἐλέγχουσα αὐτόν, πῶς τάχα συγκοινωνεῖ μὲ τὸν ἄξιον ἀκοινωνησίας καὶ ἀφορισμοῦ, ἐν ὅσῳ καιρῷ αὐτὸς δὲν συγκοινωνεῖ μὲ τὸν ἀρνούμενον, οὔτε οἱ ἄλλοι Ἐπίσκοποι νὰ μὴ συγκοινωνοῦν μὲ αὐτόν. Καὶ τοῦτο νὰ γίνεται διὰ νὰ φυλάττεται ὁ Ἐπίσκοπος, νὰ μὴ λέγῃ κἀνένα ἔγκλημα ἐναντίον τινός, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἀποδείξῃ καὶ εἰς τοὺς ἄλλους διὰ μαρτύρων, ἢ ἄλλου τινός. Ἀνάγνωθι καὶ τὸν λβʹ. Ἀποστολικόν, καὶ τὴν ὑποσημείωσιν τοῦ θʹ. τῆς ἐν Νεοκαισαρείᾳ.