Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

Βίος καὶ Λόγοι

Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

Ἔτρεχα, δὲν περπατούσα

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

—

Ενότητα 15 από 160

Δὲν ἤθελα καθόλου νά κάθομαι. Ἤθελα νά πάω ἐδῶ, νά πάω ἐκεῖ, νά ποτίσω, νά κόψω ξύλα. Κι ὅλ' αὐτά μέ μία μετάνοια κάθε φορά. Εἶχα πολλή χαρά κι ἀγαλλίαση. Ἔνιωθα γεμάτος κι ἔτρεχα. Ἔτρεχα, δὲν περπατούσα. Ντρεπόμουνα, ὅμως, νά μέ βλέπουν οἱ Γέροντες νά τρέχω, γι' αὐτό περπατούσα σιγά σιγά στήν ἀρχή κι ὅταν ἀπομακρυνόμουν, ἔτρεχα. Φτερά ἔκανα νά πάω γρήγορα καὶ νά γυρίσω γρήγορα στούς Γέροντές μου. Ζωή χαρισάμενη, τί νά σᾶς πῶ! Αὕτη ἡ ζωή εἶναι ὄντως ἀγγελική. Εἶχε κι ἐκεῖνος ὁ εὐλογημένος ὁ Γέροντάς μου πολλή προθυμία. Μοῦ ἔλεγε: «Πήγαινε ἐδῶ, πήγαινε ἐκεῖ...». Ἔ, εἴχαμε βέβαια καὶ πολλές δουλειές. Μοῦ εἴχανε δώσει τὴν ἐπίβλεψη τοῦ κελλιοῦ. Εἴχαμε σπίτι νοικοκυρεμένο. Εἴχαμε ἐλιές, εἴχαμε λίγα δέντρα, εἴχαμε καὶ κηπευτικά.

Ἀπ' τίς δουλειές, φυσικά, κουραζόμουνα. Πήγαινα σέ πολλές δουλειές. Πήγαινα στό βουνό. Τά πόδια μου συχνά κοβόντουσαν. Ἔ, ποῦ νά ἤξεραν οἱ Γέροντές μου, παιδί μέ βλέπανε. Ὅταν κατέβαινα ἀπ' τό βουνό μετά ἀπό τρεῖς ὥρες δρόμο, μοῦ ἔλεγε ὁ παπα-Ἰωαννίκιος:

— Αὔριο θά ζυμώσομε, γι' αὐτό τώρα ἑτοιμάσου νά πάεις νά φέρεις κλαδιά.

Ἔπαιρνα τό σχοινί κι ἐπήγαινα στό βουνό γιά κλαδιά. Ἐπήγαινα σέ βατό δρόμο ἀλλά καὶ σ' ἀπότομο. Ὄχι μόνον αὐτά θυμάμαι, ἀλλά πολλές φορές οἱ Γέροντές μου μέ στέλνανε νά φέρω κούτσουρα ἢ ξύλα καὶ τά ἔβαζα πάνω μου σάν γαϊδουροφόρτωμα. Κι ὅπως ἤμουν φορτωμένος κι είχε πάθει ή μέση, καθόμουν στο πεζούλι να ξεκουραστώ. 'Αν καμιά φορά με πείραζε πολύ τό βάρος, έλεγα στον εαυτό μου: «Θά σου δείξω εγώ, παλιογάϊδουρο!». Τήν τεμπελιά δέν τήν ἔγνωριζα. 'Ε, πραγματικά, δέν λυπόμουν τό σώμα μου. 'Επειδή τά γόνατά μου πονούσανε, εγώ ήθελα εκδίκηση. Δηλαδή, όσο διαμαρτύρονταν και πονούσανε, εγώ όλο και πιό μεγάλο φορτίο έπαιρνα. «Θά σου δείξω εγώ, παλιογάϊδουρο!», ξαναέλεγα. 'Εκδικιόμουνα, εκδικιόμουνα τόν κακό εαυτό μου. 'Απίστευτο, ότι φορτωνόμουνα, ενώ ήμουν δεκαεφτά χρονώ παιδί, εβδομήντα όκάδες βάρος από απόσταση, για παράδειγμα, απ' τήν 'Ομόνοια να τό πάω στην κορφή, στο Λυκαβητό.

Δέν υπήρχε καθόλου τεμπελιά. Μ' ευχαριστούσε να προσεύχομαι, κι όταν ακόμη ήμουν κουρασμένος. Μές στην κούραση αναζητούσα πιό πολύ τόν Θεό. Αυτό πρέπει να τό πιστέψετε και να καταλάβετε πράγματι ότι είναι κατορθωτό. Είναι θέμα αγάπης. Δέν είναι απλώς ότι πηγαίνεις γρήγορα. Κάνεις τή δουλειά, αρχίζεις μετά άλλη, επιστρέφεις, κάνεις άλλη δουλειά και κοιτάς όλες να τίς τελειώσεις, να ποτίσεις, να σκαλίσεις, να φέρεις χώμα και κλαριά, να πάεις στο βουνό, να φέρεις ξύλα για τό εργόχειρο. Μέ τήν αγάπη γίνεσαι αεικίνητος. Νά ιδείς τότε που πάνε οι αμαρτίες! Κοιμούνται όλα. 'Ακούτε; Αυτή είναι πραγματικά ξένη ζωή, ζωή όσια, αγία, ζωή παραδεισένια.