Ψυχωφελές κείμενο
Βίος καὶ Λόγοι
Ήμουν ένα αγρίμι του δάσους
Πλατφόρμα ἀναγνώσεως, ἀναζητήσεως καὶ νοηματικῆς πλοηγήσεως πατερικῶν καὶ βιβλικῶν κειμένων
Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.
Χρήση του Αναγνωστηρίου
Γρήγορη εύρεση Αναζητήστε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής.
Αναλυτική επιλογή Επιλέξτε πηγή και κατόπιν συγγραφέα, έργο, κεφάλαιο ή βιβλικό χωρίο.
Εργαλεία μελέτης Κατά την ανάγνωση μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μετάφραση, σελιδοδείκτες, σημειώσεις και τις προσωπικές ρυθμίσεις εμφάνισης.
Ψυχωφελές κείμενο
Ήμουν ένα αγρίμι του δάσους
Δέν μπορώ να σας φέρω παράδειγμα τί είναι πραγματική υπακοή. Δέν είναι τώρα να μιλάμε περί υπακοής κάποια στιγμή και να σου πώ, «πήγαινε, κάνε μία τούμπα», και να υπακούσεις. Δέν είναι αυτό υπακοή. Πρέπει να 'σαι ξένοιαστος, δηλαδή να μη σκέπτεσαι καθόλου τό θέμα περί υπακοής, και ξαφνικά να σου ζητήσουν κάτι και να είσαι έτοιμος να τό κάνεις με χαρά. Νά είσαι πάνω στη δουλειά, να μην είσαι σ' εγρήγορση κι έτοιμότητα και τότε να σε ταπεινώσουν. Μέ τή στάση σου τότε θα δείξεις αν κάνεις υπακοή ή όχι.
Τηρούσα κατά γράμμα τίς εντολές τών Γερόντων μου. Μού λέγανε:
— Δέν θα μιλάεις, δέν θα λέεις τί κάνομε και τί τάξη έχουμε στο κελλί. 'Αν συναντήσεις στο δρόμο κανένα καλόγηρο και σου πει «ευλόγησον», θα απαντήσεις «ευλογείτε» με ευλάβεια κι αγάπη Χριστού. Μάλιστα, αν είναι Γέροντας, να του φιλήσεις και τό χέρι. 'Αν σε ρωτήσει, «τί κάνουν οι Γέροντές σου;», να πεις, «καλά, δι' ευχών σας», και να προχωρήσεις αμέσως. 'Όχι άλλη κουβέντα. Κι αν έρχεται από πίσω και σε πλησιάσει και σε ρωτήσει κάτι, μη σταθείς και μην αποκριθείς, γιατί όλοι οι καλόγηροι δέν είναι καλοί και χρειάζεται προσοχή. 'Ο, τι θα σε ρωτούν, θα λέεις: «Δέν ξέρω, ρωτήστε τόν Γέροντα, δέν ξέρω». Νά λέεις «ευλόγησον» και να φεύγεις. Μή σου πουν: «Τό εργόχειρό σας, ή ξυλογλυπτική, δέν είναι τόσο καλό, έλα να μάθεις αγιογραφία, μουσική κ.λπ.». Μήν ακούεις τίποτα, τράβα τό δρόμο σου.
Καί μου συνέβηκε μία φορά νά μέ στείλουν στον Άγιο Νήφωνα. Καί στο δρόμο, λοιπόν, απάντησα τρεις κοσμικούς — έτσι τούς λένε στο Άγιον Όρος αυτούς που δεν είναι μοναχοί — και κατά τη συνήθειά μου, όταν τούς πλησίασα, τούς είπα «εὐλογεῖτε» και πέρασα. Όπως ήμουν έτσι «ἄγριος» άνθρωπος, είπε ένας από την παρέα:
— Τό καημένο τό παιδί, δέν φαίνεται νά είναι και τόσο καλά.
Εγώ είχα προσπεράσει, ἀλλ' είχα πολύ δυνατή ἀκοή. Ἀκούγοντας αυτά, χάρηκα γι' αυτή την ταπείνωση. Ἐμειδίασα μέσα μου. «Ἔχει δίκιο, εἶπα, μεγάλο δίκιο ἔχει, ἀλλὰ ποῦ νά ἤξερε τὴν τρέλα μου!».
Δέν ἔβγαινα συχνά ἔξω, ούτε σέ πανηγύρια μέ πηγαίνανε οἱ Γέροντές μου. Δηλαδή, όταν γιόρταζε κάποιος ἅγιος, ἐκεῖνοι πηγαίνανε κι ἐμένα μ' ἀφήνανε στο σπίτι.
Στό Άγιον Όρος οἱ Γέροντες ἀνάβανε φωτιά στο κελλί. Ἐγώ δέν ἤθελα νά εἶμαι κοντά. Στή φωτιά δέν ἐζύγωνα καθόλου. Οἱ γέροι καθότουσαν κοντά στή φωτιά, ἐγώ καθόμουν πιό πέρα. Φοβόμουνα. Φοβόμουνα τή φωτιά νά μή μέ χαλάσει και τό ἔλεγα στούς Γέροντές μου και μ' ἀφήνανε οἱ καημένοι. Εἶναι καί θέμα συνήθειας. Ἄν συνηθίσεις μία φορά νά κάθεσαι κοντά στή φωτιά, δέν μπορεῖς μετά νά σκληραγωγηθεῖς. Ὅταν καμιά φορά μ' ἔπιανε συνάχι, ἔπινα ἕνα τσάι ζεστό, ἔκανα πεντακόσιες-ἐξακόσιες μετάνοιες, ἴδρωνα, ἄλλαζα. Μετά ἔπεφτα στο στρώμα και γινόμουν καλά.
Ἐγώ ήμουν, πράγματι, ἕνας «ἄγριος» άνθρωπος. Ἤμουν ἕνα ἀγρίμι τοῦ δάσους. Σᾶς λέγω εἰλικρινά. Ἔτρεχα μές στά χιόνια, μές στά βράχια ξυπόλυτος. Νά βλέπε πῶς ἐκοκκινίζανε ἐδῶ οἱ φτέρνες μου, τά πόδια μου! Ἐκοκκινίζανε μές στά χιόνια. Οἱ Γέροντές μου δέν μου ἐπέβαλλαν νά εἶμαι ξυπόλυτος ούτε ἐκεῖνοι ἦταν ξυπόλυτοι. Ἐγώ μόνος μου τό ἤθελα. Ἀλλ' ούτε μου λέγανε νά μή βγάζω τά παπούτσια. Στήν ἐκκλησία, ὅμως, καί στο Κυριακό φοροῦσα καί τίς κάλτσες καί τά παπούτσια — ὄχι τά τσαρούχια. Θυμάμαι κάτι πολύ ὥραίο. Ἦταν ἄνοιξη καί μ' εἶχε στείλει ὁ Γέροντας νά πάω στήν Κερασιά. Καθώς ἔτρεχα, ἔβγαλα τά τσαρούχια μου, γιατί ἤθελα τά πόδια μου νά κάνουνε «τσαρούχια», «πάτους», μές στό χιόνι καί στήν παγωνιά.
Ἐπειδή οἱ Γέροντές μου μέ βλέπανε ἔτσι, μέ χαίροντουσαν κι ἐκεῖνοι. Μπορεῖ νά μέ ταπεινώνανε, νά μέ μαλώνανε· ἀκόμη κι όταν ἔκανα καλό, μου λέγανε ὅτι ἔκανα κακό. Ὄχι βέβαια πάντοτε, ἀλλά θέλανε νά μέ «βροῦνε», δηλαδή νά μέ πιάσουνε ἐκεῖ ποῦ δέν τό καταλάβαινα.
Οἱ Γέροντές μου ἦταν ἁγιότατοι. Μέ ἐκπαιδεύανε μέ πολλούς τρόπους, καί μάλιστα αὐστηρούς. Ποτέ δέν μου εἶπαν «μπράβο» ούτε «ὥραία τό ἔκανες». Ποτέ δέν μ' ἐπαίνεσαν. Πάντα μέ συμβουλεύανε πῶς ν' ἀγαπήσω τόν Θεό καί πῶς νά ταπεινώνομαι. Νά ἐπικαλοῦμαι τόν Θεό νά μ' ἐνισχύει στήν ψυχή μου καί νά Τόν ἀγαπάω πολύ. Αὐτό ἔμαθα. Τό «μπράβο» δέν τό ἤξερα ούτε ποτέ τό ζήτησα. Ούτε στό σπίτι μου μέ εἶχανε μάθει νά μου λένε, «μπράβο, τί ὥραία τό ἔχεις κάνει». Ἡ μάνα μου μέ μάλωνε. Ὁ πατέρας μου ἔλειπε, ἦταν στήν Ἀμερική, ἐργαζόταν χρόνια στή διώρυγα τοῦ Παναμᾶ. Αὐτό μέ ὠφέλησε πολύ. Αὐτός πού μαθαίνει στήν ταπείνωση ἐλκύει τήν χάρι τοῦ Θεοῦ. Ἄμα δέν μέ μαλώνανε οἱ Γέροντες, στενοχωριόμουνα κι ἔλεγα μέσα μου: «Νά πάρει ἡ εὐχή, δέν ἤρξα Γέροντες καλούς». Ἤθελα νά μέ παιδεύουνε, νά μέ μαλώνουνε, νά μοῦ φέρονται σκληρά. Τώρα καταλαβαίνω πόσο αὐστηροί ἦταν. Τότε δέν τό καταλάβαινα, ἐπειδή τούς ἀγαποῦσα. Ποτέ δέν θά ἤθελα νά τούς ἀποχωρισθῶ.
Ἀπ' τό μεγάλο μου ζήλο μερικές φορές ξέφευγα Ἀπ' τό μεγάλο μου ζήλο, ὅμως, μερικές φορές ξέφευγα. Ὁ ζήλος μέ ὁδηγοῦσε σέ ὑπερβολές. Ἔκανα κι ἀσκήσεις χωρίς εὐλογία. Ἀλλ' αὐτό εἶναι ἐγώισμός. Νά σᾶς δώσω ἕνα παράδειγμα. Ἀκοῦστε με.
Οἱ Γέροντές μου λείπανε ὅλη τήν ἡμέρα σέ δουλειές καί μ' ἄφηναν μόνο μου στό κελλί. Ἐγώ ἔκανα ἐργόχειρο. Τό ἐργόχειρό μας ἦταν, ὅπως σᾶς εἶπα, τά ξύλινα σκαλιστά. Ἐμένα δέν μοῦ τήν εἶχαν δείξει ἀκόμη τή δουλειά ὁλόκληρη. Φοβόντουσαν μήπως φύγω.
Μία μέρα, λοιπόν, παίρνω ἕνα ὡραῖο ἄσπρο ξύλο καί πέρασα πάνω σ' αὐτό ἕνα σχέδιο. Ἔφτιαξα ἕνα κοτσυφάκι πολύ ὡραῖο, μέ κίνηση καί μέ τά φτερά του πίσω νά τσιμπάει ἕνα σταφύλι. Τό σταφύλι κρεμόταν ἀπό ἕνα κλαδί κληματαριᾶς, πού εἶχε καί δυό-τρία φύλλα. Ἀπό κάτω ὁ κοτσυφάς εἶχε κολλήσει τό ράμφος του. Ἔγινε πολύ ὡραῖο. Τό εἶχα περάσει καί μέ γυαλόχαρτο. Ὅταν οἱ Γέροντές μου ἐπέστρεψαν, πήγα νά βάλω μετάνοια. Τό παίρνω μαζί μου καί λέω στόν παπα-Ἰωαννίκιο:
— Κοίτα τί ἔφτιαξα!
Μόλις τό εἶδε, γούρλωσε τά μάτια κι ἔβαλε τίς φωνές:
— Ποιός σοῦ εἶπε νά τό φτιάξεις, ρώτησες κανέναν;
Τό ἁρπάζει, τό πετάει κάτω, τό κάνει χίλια κομμάτια, πού λέει ὁ λόγος.
— Νά πάεις γρήγορα νά τό πεῖς στόν Γέροντα, μοῦ λέγει.
Ἐγώ πολύ στενοχωρήθηκα καί ζήτησα συγγνώμη. Δέν τό ἤξερα καί τούς στενοχώρησα.
— Γιατί κάνεις πράγματα καί δέν ρωτάεις; Πήγαινε γρήγορα στόν Γέροντα, δείξε τά κομμάτια κι ἐξομολογήσου.
Πήγα ἀμέσως στόν Γέροντα, τοῦ ἔδειξα τά κομμάτια καί μοῦ λέει:
— Παῖδί μου, δέν ἔπρεπε νά τό κάνεις αὐτό. Χωρίς εὐλογία δέν γίνεται τίποτα. Ἔτσι μπορεῖ νά πλανηθεῖς καί νά χάσεις τήν χάρι τοῦ Θεοῦ. Ἔβαλα μετάνοια, ζήτησα συγγνώμη μέ ἀπλότητα κι ἀπάθεια. Ὄχι μόνο δέν μέ πείραξε τό μάλωμα, ἀλλά μέσα μου ἔλεγα: «Οἱ Γέροντές μου ἔπρεπε νά μοῦ φερθοῦνε πιό αὐστηρά, νά μέ τιμωρήσουν».
Κάποια ἄλλη φορά, ὅμως, ἔκανα καί μία ἀνυπακοή ἐνσυνείδητη. Μία μέρα, προτοῦ φύγουν οἱ Γέροντες γιά δουλειά, μοῦ λέει ὁ μεγάλος Γέροντας:
— Βλέπεις ἐκεῖ πάνω στό ράφι ψηλά αὐτό τό βιβλίο; Δέν θά τό πειράξεις. Δέν κάνει, εἶσαι μικρός. Πιό πέρα, πού θά γίνεις πιό καλός, πιό ταπεινός, θά τό διαβάσεις.
Αὐτό γιά μένα ἦταν νόμος. Καθόλου δέν κοίταζα πρός τά κεῖ. Ἀλλά μία μέρα πού ἔφυγαν οἱ Γέροντες γιά τήν
Κερασιά, μου ήλθε περιέργεια. Έπηγα και στάθηκα εκεί απέναντι και τό κοίταζα. Ήταν ψηλά. Εγώ, μικρός, δεν τό έφθανα, και τό 'φερα, λοιπόν, γύρω, τό 'φερα γύρω... «Έ, λέω μέσα μου, τουλάχιστον να δώ τί λέει». Λοιπόν, έβαλα ένα σκαμνί, ανέβηκα πάνω, τό έφθασα, τό κατέβασα. Τί κρίμα! Τά γράμματα ήταν όλα μπερδεμένα, σαν ξένη γλώσσα. Ήταν με τό χέρι γραμμένα. Μέ τό χέρι. Μεγάλο βιβλίο, πολύ μεγάλο βιβλίο, χοντρό. Δεν μπορούσα να καταλάβω εκείνο τό «διά», τό «γάρ» κ.λπ., μετά τά έμαθα. Άλλα και κάτι γράμματα... Κάτι σίγμα, κάτι... πώ, πώ, πώ! Πώς να σάς τό πώ πώς ήταν! Ήταν χειρόγραφα. Ήταν τό βιβλίο του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου. Άλλα πολύ μεγάλο βιβλίο και χοντρά τά φύλλα. Πώ, πώ, πώ! Πήγαινε πολλά κιλά. Λοιπόν, έλα τώρα να τό διαβάσω! Δεν μπορούσα. Τό έβαλα πάλι πάνω.
Άλλα μετά απ' αυτό μ' έπιασε στενοχώρια, ταραχή, λύπη. Ούτε δουλειά, ούτε προσευχή. Τίποτα. Άλλες φορές, όταν λείπανε οι Γέροντες μου, πήγαινα μες στην εκκλησία, κατανυγόμουν κι είχα κι ωραία φωνή, γι' αυτό και έψαλλα. Έλεγα τά τροπάρια, μοιρολογούσα τρόπον τινά. Ήταν κατανυκτικά και μου άρεσαν και συγκινούμουν. Δεν έπηγα, όμως, στην εκκλησία αυτή τη φορά μετά την παρακοή. Εβγήκα έξω, εκάθισα στο πεζούλι και στενοχωρημένος αντίκριζα τό Αιγαίον Πέλαγος. Εκάθισα κι εκοίταζα τη θάλασσα. Δεν ήθελα να πω ούτε τό «Κύριε Ιησού Χριστέ». Ώχ, με καταλάβατε; Κατήφεια μεγάλη. Πάει, λοιπόν, δεν έπηγα στην εκκλησία, δεν έλεγα τό «Κύριε Ιησού Χριστέ». Μ' έπιασε μελαγχολία. Έ, είχα πίστη στόν Θεό, αλλά δεν ήθελα να παραβώ και την εντολή των Γερόντων. Τόν Θεό Τόν αισθανόμουν, αλλά δεν ήθελα να στενοχωρήσω κι άνθρωπο. Δεν ήθελα να γίνω αιτία να λυπηθεί κανείς. Τί να κάνω... Ώχ!...
Έτσι τό βραδάκι ήλθαν οι Γέροντες. Τί να κάνω ό καημένος; Είπα να τούς τό πώ. Δεν μπόρεσα. Στην εκκλησία πήγα, επειδή έπρεπε να πάω με τούς Γέροντες. Διαβάσαμε εσπερινό, διαβάσαμε απόδειπνο. Δεν τό είπα. Έπηγα πάνω στο κελλί, στην «κάβια» —έτσι λέγανε τά δωμάτια. Δεν έκανα μετάνοιες ούτε κανόνα, δεν έκανα κομποσχοίνι. Ξαπλώθηκα κι έβλεπα πώς θα είμαι, όταν πεθάνω, μες στην κάσα. Έ, και στενοχωρέθηκα. Και πάλι τό πρωί χτύπησε τό κουδουνάκι. Κατεβήκαμε, διάβασα εκεί, τελειώσαμε τόν όρθρο. Έ, είπαμε τό «δι' ευχών». Εβγήκαμε έξω. Φύγαμε απ' την εκκλησία, για να πάμε στην τραπεζαρία. Κι εγώ δεν άντεξα περισσότερο. Τράβηξα λίγο απ' τό μανίκι τόν Γέροντά μου, τόν εξομολόγο, και του λέω:
— Σέ θέλω λίγο, Γέροντα.
Κι αμέσως εκείνος έγύρισε πίσω κι έπήγαμε πάλι στην εκκλησία και του τό είπα.
— Είμαι στενοχωρημένος, του λέω. Έκανα παρακοή. Μού είχες πει να μην αγγίζω τό βιβλίο κι εγώ τό είδα κι από τη στιγμή αυτή δεν μπορώ να βρω ησυχία. Ούτε «Κύριε Ιησού Χριστέ», ούτε κανόνα, ούτε προσευχή, ούτε μετάνοιες.
— Έ, μου λέει, παιδί μου, δεν σου είπα; Γιατί τό έκανες αυτό;
— Γέροντα, συγχώρα με, μ' έβαλε ό πειρασμός και
πάρα πολύ στενοχωρέθηκα. Συγχώρα με και με την εύχη σου στο εξής θα προσέχω να μη σου κάνω παρακοή.
Και μου διάβασε εύχη. 'Ωπ! Και ξέρετε; Μου 'φυγαν όλα! Είχα ένα καλό· μόλις εξομολογιόμουνα στον Γέροντά μου —δόξα Σοι ο Θεός!— μου περνούσαν όλα αμέσως. Κάθε φορά που εξομολογιόμουνα, μου ερχόταν μία μεγάλη χαρά κι έδινα πολύ τόν εαυτό μου σε προσευχή. Πίστευα ότι τα είπα στον Θεό. 'Ότι πάλι είμαι με τόν Θεό. 'Ε, πόσο δυνατό τό είχα αυτό τό πράγμα μέσα μου! Δεν τό φαντάζεσθε! Και βλέπω τώρα κάποιους να λένε: «Πρόσεξε μήν τό μάθει ο Γέροντας!». Καταλάβατε... 'Ενώ σ' εμάς μέχρι τά μύχια της καρδιάς μας ήταν ο Γέροντας.
Τους αγαπούσα πολύ τους Γέροντες, αν και εκείνη την εποχή όλοι οι δόκιμοι κι οι υποτακτικοί αγαπούσαν τους Γέροντές τους. 'Επειτα από τόν Θεό ήταν η γνώμη του Γέροντα. 'Αμα έκανες κάτι αντίθετο, παρακοή, δεν έπρεπε ούτε να μεταλάβεις, ούτε, ούτε...
Ἔργον
Κείμενο
Ανοίγει το σχετικό χωρίο σε νέο παράθυρο.