Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

Βίος καὶ Λόγοι

Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

Ἀλήτης τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

—

Ενότητα 4 από 160

Μέρες ὁλόκληρες ἥμουν σκυθρωπός καί σκεπτικός. Τό ἀφεντικό μου μέ πρόσεξε. Μέ πλησίασε. Μοῦ λέει, λοιπόν:

— Γιατί εἶσαι ἔτσι; Τί σοῦ συμβαίνει;

Ἔ, κι ἐγώ τότε ἀναγκάστηκα νά πῶ ἕνα ψέμα. Εἶπα ὅτι ἔμαθα ἀπό κάποιο χωριανό μου, ὅταν εἶχα κατέβει κάτω ἀπ' τό μπακάλικο νά πάω νά πάρω διάφορα τρόφιμα, ὅτι ἡ μητέρα μου εἶναι ἄρρωστη καί θά ἤθελα νά πάω νά τήν δῶ. Ἐκεῖνος τό πίστεψε καί μοῦ ἔδωσε χρήματα γιά τό εἰσιτήριο, νά πάω στήν μητέρα μου. Μοῦ ἔδωσε καί τρόφιμα νά τῆς πάω καί μέ συμπόνια μέ κατευόδωσε ὡς ἔξω.

Ἔτρεξα στό καράβι. Ξεκίνησα γιά τό 'Αγιον 'Ορος! Ἄρχισε νά πραγματοποιεῖται τό ὄνειρό μου. Τό καράβι θά περνούσε ἀπό τή Χαλκίδα, τό Βόλο καί μετά ἀπό Θεσσαλονίκη. Ὅταν ὅμως ἐπροχώρησε λίγο, μέσα μου μ' ἔπιασε μία στενοχώρια. Ἤθελα νά φθάσω στόν προορισμό μου, ἀλλά φοβόμουνα καί λυπόμουνα τούς γονεῖς μου, πού, μήν ξέροντας ποῦ εἶμαι, θ' ἀγωνιούσαν. Δέν ἄντεξα καί, ὅταν τό καράβι ἔφθασε στή Λίμνη Εὐβοίας, κατέβηκα κι ἐγύρισα πίσω μέ ἄλλο καράβι στόν Πειραιᾶ.

Ἐκεῖ ἐπῆγα στ' ἀφεντικά μου καί τούς εἶπα ὅτι ἔγινε καλά ἡ μητέρα μου. Ἔτσι συνέχισα τή δουλειά, ὅπως πρῶτα. Ἀλλά ὄχι ἀκριβῶς ὅπως πρῶτα. Ἤμουν σκεπτικός, προσευχόμουνα συνέχεια, ἔτρωγα λίγο, ἔκανα μετάνοιες. Ἀλλ' ὅμως ἀπ' τή ζωή αὐτή ἀδυνάτισα, ἄλλαξα.

— Τί ἔχεις, Ἄγγελε, μέ ρωτοῦσαν, τί ἔχεις; Σέ βλέπομε πού εἶσαι σκεπτικός κι ἀδυνάτισες πολύ, παιδί μου. Ἐμεῖς σ' ἀγαπάμε καί σέ θέλομε νά εἶσαι ἐδῶ, ἀλλά μήπως θέλεις νά πάεις στούς γονεῖς σου;

— Ναί, τούς λέω, θέλω νά πάω.

— Πήγαινε, ἄν θέλεις, νά τούς δεις κι ὅταν ἔλθεις, βρές νά μᾶς φέρεις καί κανένα καλό παιδί σάν ἐσένα γιά τό μαγαζί. Ἔτσι μοῦ ἔδωσαν πάλι χρήματα, τρόφιμα, γλυκά, κάτι μπουκάλες μέ λικέρ πίπερμαν κι ἄλλα διάφορα, καί μ' ἔφερε τ' ἀφεντικό μου στό καράβι καί μοῦ ἔβγαλε εἰσιτήριο γιά τή Χαλκίδα.

Ἦταν ἕνα καράβι πού ἔφευγε γιά Χαλκίδα, Αἰδηψό, Βόλο, Θεσσαλονίκη, Ἄγιον 'Ορος, Δάφνη. Αὐτό τό καράβι λεγόταν «Ἀθῆναι». Μπῆκα μέσα. Τό καράβι ἔφυγε. Ἦταν νύκτα, ὅταν ξεκινήσαμε. Ταξιδεύαμε ὅλη τή νύκτα. Κάποια ὥρα ἐφθάσαμε στή Χαλκίδα. Ὅταν τό καράβι σταμάτησε, οἱ ναῦτες φωνάζανε:

— Ποιός γιά Χαλκίδα; Ποιός γιά Χαλκίδα;

Ἐγώ μιλιά, δέν ἔλεγα τίποτα. Εἶχα ριζώσει σέ μία γωνιά καί δέν μιλοῦσα. Τό καράβι ἔφυγε ἀπ' τή Χαλκίδα. Ὅταν, ὅμως, ἐφθάσαμε στήν Αἰδηψό, οἱ ναῦτες μέ βρήκανε, γιατί ἐξετάζανε ἐκεῖ τά εἰσιτήρια.

— Γιατί δέν ἐβγήκες στή Χαλκίδα; μοῦ λένε.

— Κοιμόμουνα, ἀπάντησα.

— Τώρα τί θά γίνει; μέ ρωτάνε. Πρέπει νά πληρώσεις.

— Ἄ, λίγα λεφτά ἔχω, τούς λέω.

— Καλά, μοῦ ἀπαντάνε.

Μέ τραβήξανε ἔτσι, χωρίς λεφτά. Τότε τά λεφτά ἦταν πεντάρες, δεκάρες. Καμιά δραχμή θά εἶχα ὅλα ὅλα ἐκεῖ πέρα.

Ὅταν ἐβγήκαμε στό Βόλο, μ' ἔπιασε μεγάλη μελαγχολία. Ἔκλαιγα, ἔκλαιγα πολύ. Σκεπτόμουν ὅτι θά ἔφευγα γιά πάντα ἀπό τόν κόσμο κι οἱ γονεῖς μου θά μέ χάνανε κι ὅτι θά στενοχωριόντουσαν. Σκεπτόμουν τ' ἀδέρια μου. Κάτι μ' ἔπνιγε στό λαιμό, ἤθελα νά γυρίσω πίσω. Στό Βόλο ἔμεινε μερικές ὥρες τό καράβι κι ἐβγήκαμε ἔξω. Σφύριζε καὶ κίνησε γιά Θεσσαλονίκη. Ἐγώ ἔμεινα ἔξω, μέ σκοπό νά γυρίσω πίσω. Τή νύκτα τήν ἐπέρασα σ' ἕνα βουνό. Ἔκλαιγα καὶ προσευχόμουν.

Τήν ἄλλη μέρα βρήκα τό καράβι πού ἐπήγαινε στήν ἴδια γραμμή γιά Θεσσαλονίκη. Μπήκα μέσα. Ἀλλά τά χρήματά μου εἶχαν τελειώσει καὶ γι' αὐτό χωρίς εἰσιτήριο κρυβόμουνα στήν πρύμνη, γιά νά μή μέ κατεβάσουν. Σέ κάποια στιγμή μοῦ ζήτησαν οἱ ναῦτες εἰσιτήριο. Δέν εἶχα καὶ μέ μάλωσαν.

Καθόμουνα σ' ἕναν πάγκο ἀπ' τό ἀριστερό μέρος τοῦ καραβίου κι ἐκοίταζα τό πέλαγος. Ἔλεγα ἕναν εἰρμό πού μέ εἶχε μάθει ὁ πατέρας μου, πού ἦταν ψάλτης, καὶ τόν ἔλεγε ὅταν γινότανε τό Ψυχοσάββατο. Καὶ ὁ εἰρμός αὐτός ἔλεγε: «Τού βίου τήν θάλασσαν ὑψουμένην καθορῶν τῶν πειρασμῶν τῷ κλύδωνι, τῷ εὐδίῳ λιμένι Σου προσδραμῶν, βοῶ Σοι· ἀνάγαγε ἐκ φθορᾶς τήν ζωήν μου, Πολυέλεε». Ἔλεγα: «Θεέ μου, ἡ ζωή εἶναι μία θάλασσα φουρτουνιασμένη καὶ Σοῦ ζητάω, ὅπως εἶμαι κι ἐγώ ταξιδιώτης αὐτῆς τῆς φουρτουνιασμένης θαλάσσης, νά οἰκονομήσει ἡ θεία Σου πρόνοια νά πάω σ' ἕνα λιμάνι, νά ἡσυχάσει ἡ ψυχή μου ἐκεῖ, στό λιμάνι πού θά εἶσαι Ἐσύ, ἡ εἰρήνη». Καὶ τά ἔλεγα αὐτά, μάλλον τά ἔψαλλα σιγανά, κι ἔκλαιγα, διότι τό αἴσθημά μου ἦταν βαθύ, πού ἄφηνα τόν κόσμο, δηλαδή ἄφηνα τούς γονεῖς μου. Δέν μέ πείραζε γιά τόν κόσμο, δέν εἶχα ἔγνοια ἐγώ γιά τόν κόσμο. Μόνο γιά τούς γονεῖς· ἤμουνα μικρός καὶ μόνο τούς γονεῖς θυμόμουνα καὶ λυπόμουνα πού τούς ἄφηνα.

Ἔφθασε μεσημέρι κι ἐτρώγανε στό κατάστρωμα· κείνη τήν ἐποχή ἔτσι γινότανε. Εἶχανε καθίσει οἰκογένειες οἰκογένειες. Ἀπέναντί μου ἦταν μία γυναίκα μέ τόν ἄνδρα της καὶ τά τρία τους παιδιά. Ἐγώ ἤμουνα ἐκεῖ κι ἐκοίταζα τή θάλασσα. Σέ μία στιγμή ἔρχεται μία κυρία—ἐπειδή εἶχαν ἔλθει οἱ ναῦτες καὶ μοῦ εἶχανε ζητήσει εἰσιτήριο καὶ δέν εἶχα, εἶδανε ὅτι εἶμαι φτωχό παιδί— μέ τραβάει ἀπ' τόν ὥμο καὶ μοῦ δίνει ἕνα κομμάτι ψωμί καὶ πάνω σ' αὐτό εἶχε τρία μάτσα μαρίδες. Παλιά στό τηγάνι ψήνανε τίς μαρίδες τρεῖς τρεῖς ἑνωμένες μέ σκουπόχορτο, πού τό περνοῦσαν ἀπ' τά ματάκια τους, τίς ἀλευρώνανε καὶ τίς τηγανίζανε. Δέν ξέρω ἄν ἐσεῖς τό κάνετε.

Τῆς λέω:

— Εὐχαριστῶ, εὐχαριστῶ πολύ!

Κάποιες ἄλλες κυρίες, πού ἦταν δίπλα, τῆς λένε:

— Μπράβο, πολύ καλά! Πῶς τό σκέφθηκες; Ἐμεῖς δέν τό σκεφθήκαμε.

Ἐκείνη, ὅμως, γυρίζει καὶ τοὺς λέει:

— Τέτοια παιδιά, ἀλητόπαιδα, δὲν πρέπει νὰ τὰ κοιτάζει κανείς, οὔτε νὰ τοὺς προσφέρει τίποτα, ἀλλὰ τί νὰ κάνουμε; Εἴμαστε κι ἄνθρωποι.

Ἐγὼ ὁ καημενούλης, ὅταν ἄκουσα τὴ λέξη «ἀλητόπαιδα», μὲς στὴν ψυχοῦλα μου ἐχάρηκα, διότι σκέφθηκα ὅτι ὄντως ἀλητόπαιδο εἶμαι. Ἔγινα ἀλήτης τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ. Κι ἔλεγα:

— Χριστέ μου, σῶσε με, ὁδήγησέ με!

Ἐφθάσαμε κάποια ὥρα στὴ Θεσσαλονίκη. Βγήκαμε ἀπ' τὸ καράβι. Δὲν ἤξερα ποῦ νὰ πάω. Πῆγα στὸν Ἅγιο Δημήτριο, προσκύνησα. Γονάτισα κι ἔκλαιγα καὶ τὸν παρακαλοῦσα τὸν Ἅγιο νὰ μὲ βοηθήσει νὰ πάω νὰ γίνω ἐρημίτης· αὐτὸ ἦτανε τὸ ὄνειρό μου. Μετὰ πῆγα ψηλά, σ' ἕνα λόφο, κι ἔφθασα σ' ἕνα ἐκκλησάκι, σ' ἕνα ξωκκλήσι. Ἦταν κλειστό. Ἔξω, ὅμως, εἶχε ἕνα παγκάκι. Ἐκεῖ ἔμεινα ὅλη τὴ νύκτα. Ἔκλαιγα πολύ, ἤθελα πάλι νὰ γυρίσω στὸ σπίτι, στοὺς γονεῖς μου. Ἦταν πειρασμὸς γιὰ μὲν αὐτό. Τρεῖς φορὲς ἐγύρισα πίσω. Ἐκεῖ ποὺ ἔκλαιγα, ἔλεγα καὶ λόγια τῆς παρακλήσεως τῆς Παναγίας μας, ποὺ μὲ εἶχε μάθει ὁ πατέρας μου. Συνέχεια ἐπαναλάμβανα: «Μὴ μοῦ παρίδης τὴν δέησιν, τὸ συμφέρον ποίησον...». Τὸ ἔλεγα συνέχεια κι ἔκλαιγα. Ἔτσι μὲ πῆρε ὁ ὕπνος.

Ἐξέχασα νὰ σᾶς πῶ ὅτι τὰ δῶρα ποὺ μοῦ ἔδωσαν τ' ἀφεντικά μου, γιὰ νὰ πάω στὸ σπίτι μου τάχα, τὰ μοίρασα σὲ κάτι φαντάρους μὲς στὸ καράβι. Μοίρασα τὶς σοκολάτες, μοίρασα τὰ μπουκάλια ποὺ εἶχανε τριαντάφυλλο καὶ πίπερμαν κι ἔτσι τὰ ξεφορτώθηκα. Ἐκεῖνοι ἀπορούσανε πῶς τοὺς τὰ ἔδωσα — μικρούλης ἤμουνα. Τὰ πήρανε ὅμως.

Λοιπόν, ὅπως σᾶς εἶπα, μὲ πῆρε ὁ ὕπνος ἔξω ἀπὸ τὸ ξωκκλησάκι. Ἐξύπνησα τὸ πρωί, κατέβηκα στὴ θάλασσα, ἐπῆρα τὸ καράβι — δὲν ἄντεξα στὸν πειρασμό — κι ἐγύρισα πάλι στὸν Πειραιᾶ. Τί νὰ σᾶς πῶ, μεγάλη ἱστορία!