Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

Βίος καὶ Λόγοι

Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

Πῆρα θετικὴ ἀπόφαση νὰ φύγω χωρὶς γυρισμό

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

—

Ενότητα 5 από 160

Ἔπειτα ἀπ' ὅλες αὐτὲς τὶς περιπλανήσεις καὶ τὰ πισωγυρίσματα, ἀφοῦ πέρασε λίγος καιρός, πῆρα θετικὴ ἀπόφαση νὰ φύγω χωρὶς γυρισμό. Ἀποφάσισα νὰ μὴν ξαναβγῶ ἀπ' τὸ καράβι. Ξεκίνησα πάλι ἀπ' τὸν Πειραιᾶ, χωρὶς ἐπιστροφή, γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἦταν ἡ τρίτη φορά ποὺ πήγαινα, ἡ τελευταία μετὰ τὶς τόσες ταλαιπωρίες.

Ὅταν ἐφθάσαμε στὴ Θεσσαλονίκη, ἦταν Σάββατο. Ἡ Θεσσαλονίκη τότε ἦταν ἑβραιοκρατούμενη. Οἱ ἄνθρωποι δὲν δουλεύανε τὸ Σάββατο. Ἦταν πραγματικὴ νέκρα, ὅλα κλειστά. Οὔτε καράβια, οὔτε ταξίδια. Εἴχαμε φθάσει ἀπ' τὸ βράδυ. Ὅλοι βγήκανε ἀπ' τὸ καράβι νὰ ψωνίσουν κάτι νὰ φάνε. Ἐγὼ δὲν ἐβγήκα, φοβόμουνα τὸν πειρασμό. Φοβόμουνα μήπως κάτι μοῦ συμβεῖ καὶ δὲν φθάσω στὸν προορισμό μου. Ἔδωσα, ὅμως, κι ἐγὼ σὲ κάποιον δεκαπέντε λεπτά καὶ μοῦ ἔφερε ψωμὶ καὶ σκουμπρί κι ἔφαγα. Ὅλοι περίμεναν ὁλόκληρη τὴν ἡμέρα στὸ λιμάνι, ἀφοῦ, ὅπως εἴπαμε, δὲν δουλεύανε.

Τό απόγευμα άρχισαν νά έρχονται και νά μπαίνουν στό καράβι καλόγηροι. Τούς κοίταζα μέ θαυμασμό. Πρώτη φορά έβλεπα μοναχούς μέ τά ράσα. Εγώ ήμουν στη σκάλα. Εκεί πού ήμουν, τούς έβλεπα όλους πού περνούσαν. Σέ μία στιγμή ανέβηκε ένας ψηλός γέρος, σεβάσμιος, μέ μακριά γενεάδα, φορτωμένος τά δισάκια του. Μέ πλησίασε. Κάθισε σ' έναν πάγκο και μού είπε νά καθίσω κι εγώ.

— Πού πᾶς, παιδί μου; μού λέγει.

— Πάω στό Άγιον Όρος, τού απάντησα.

— Καί τί πάεις νά κάνεις εκεί;

Εγώ τού έκρυψα την αλήθεια και τού λέγω:

— Πάω νά δουλέψω.

— Έλα στά Καυσοκαλύβια, μού λέει. Εκεί μένω μέ τόν αδελφό μου σ' ένα καλύβι στην έρημο. Έλα, παιδί μου, εκεί, νά δοξάζομε όλοι μαζί τόν Χριστό μας. Τί βιβλία διαβάζεις, παιδί μου; μέ ρώτησε.

Κι εγώ τού απάντησα:

— Τήν επιστολή τού Χριστού, τήν επιστολή της Παναγίας, τό βίο τού Άγιον Ιωάννου τού Καλυβίτου. Δέν ξέρω πολλά γράμματα.

Εκείνος δέν είπε τίποτα γιά τά βιβλία, άν ήταν καλά ή όχι.

— Έλα μαζί μου, μού λέει, κι έχουμε δουλειά εκεί και θά σέ πληρώνομε. Καί... μπορεί νά σέ κάνουμε και καλόγηρο!

Μόλις άκουσα αυτή τη λέξη, εμειδίασα λίγο, εχαμογέλασα. Μετά μού λέγει:

— Άκουσε, παιδί μου, μή στενοχωρηθείς γι' αυτό πού

θά σου πώ. Στό Άγιον Όρος δέν δέχονται μικρά παιδιά. Είσαι μικρούλης κι απαγορεύεται νά σέ αφήσουν νά έλθεις.

Εσκυθρώπασε τό πρόσωπό μου.

— Μή φοβάσαι, όμως, μού λέει, θά πούμε ένα μικρό ψέμα κι ό Θεός θά μάς τό συγχωρέσει. Μπροστά στόν Θεό δέν θά είναι ψέμα, θά είναι μία αλήθεια, διότι εσύ αγαπάεις τόν Χριστό και θέλεις νά πάεις στό Άγιον Όρος νά λατρέψεις τόν Χριστό. Λοιπόν, όποιος σέ ρωτάει, «τί τόν έχεις τόν Γέροντα;», θά τού λέεις, «είναι θείος μου». Κι εγώ θά λέω ότι είσαι ανεψιός μου, της αδελφής μου παιδί.

Ανέβηκαν στό καράβι κι άλλοι καλόγηροι πολλοί. Ήλθε βράδυ. Κάθισαν όλοι οι καλόγηροι κοντά κοντά κι ό καθένας έβγαλε τό φαγητό του. Κοντά εκεί καθίσαμε κι έμείς. Μού έδωσε και ψωμί ό Γέροντας νά φάω.

— Τί τό έχεις τό παιδί, άγιε Πνευματικέ; ρωτούσαν όλοι.

— Είναι της αδελφής μου παιδί, είναι ανεψάκι μου. Πέθανε ή αδελφή μου κι επειδή είναι ορφανό, τό πήρα μαζί μου.