Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)

Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

Μοναχός στό Μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

—

Ενότητα 13 από 214

Ὁ Θεός ἄκουσε, ὅπως πάντα τήν προσευχή τοῦ πιστοῦ Του Ἰακώβου καί βοήθησε νά ἀποκατασταθεῖ καί ἡ ἀδελφή του Ἀναστασία. Ἡ ὑπόσχεση πού εἶχε δώσει στή μητέρα του ἐκπληρώθηκε καί ἦταν ἕτοιμος πιά νά ἀφοσιωθεῖ στή μοναχική ζωή, ὅπως ἀπό μικρός ὀνειρευόταν. Ἡ ἐπιθυμία του μάλιστα ἦταν νά πάει στούς Ἁγίους Τόπους, ἐκεῖ πού ἁγίασε καί ὁ προγονός του, νά ζήσει ἐρημική ζωή. «Ἤθελα» διηγιόταν ὁ Γέροντας, «νά βρῶ μία σπηλιά κι ἐκεῖ τρεφόμενος μέ λίγα χορταράκια, πού θά μάζευα γύρω ἀπό τό σπήλαιο καί πίνοντας λίγο νεράκι, μόνος, ἄγνωστος στόν κόσμο, μέ προσευχές καί δεήσεις νά περάσω τό ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς μου λατρεύοντας τό Θεό».

Πρίν πραγματοποιήσει τό ὄνειρό του θέλησε νά πάει στό Μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ, νά ζητήσει τήν εὐλογία, τή βοήθεια καί τίς μεσιτεῖες τοῦ Ὁσίου.

Ἦταν 15 Ἰουλίου τοῦ 1952. Μόλις πλησίασε, εἶδε ξαφνικά τό μέρος ἀλλαγμένο, διαφορετικό ἀπ’ αὐτό πού ἤξερε. Εἶδε τή Μονή ὡραιότατη, μεγαλόπρεπη, ἄλλης ἐποχῆς, τήν περιοχή γύρω ἀπό τή Μονή νά ἔχει μεταβληθεῖ σ’ ἕνα πανευφρόσυνο μέρος, ὡραιότατο, μέ κάτι σπιτάκια σάν παλατάκια, ἀραιοκατοικημένα, κατεσπαρμένα στίς γύρω τοποθεσίες, πού σχημάτιζαν μιά μικρή θαυμάσια πολιτεία. Ἔξω ἀπό τή Μονή τόν περίμενε ἕνας σεβάσμιος ἀσπρογένης Γέροντας. Ὁ Ἅγιος ἦταν. Τόν χαιρέτισε καί τόν ρώτησε:

Γέροντα, τί ὡραῖο μέρος εἶναι αὐτό ἐδῶ; Τί ὡραῖα σπιτάκια εἶναι αὐτά; Ποῦ βρέθηκαν ἐδῶ, δέν τά ἔχω ξαναδεῖ!

Εἶναι παιδί μου, ἡ πολιτεία τῶν ἀσκητῶν. Ὁ κάθε ἕνας ἔχει τό σπιτάκι του, ἀπάντησε ὁ Ἅγιος.

Αἰχμαλωτισμένος ἀπό τό παραδεισένιο θέαμα τοῦ λέει:

Γέροντα εἶναι δυνατόν νά μοῦ δώσετε κι ἐμένα ἕνα τέτοιο σπιτάκι; Πολύ τό ἐπιθυμῶ.

Παιδί μου, ἄν ἔμενες ἐδῶ, θά σοῦ δίναμε ἕνα, ἀλλά ἐσύ ἦρθες νά προσκυνήσεις καί νά φύγεις, τοῦ ἀπάντησε.

Γέροντα, θά μείνω, τοῦ εἶπε αὐθόρμητα ὁ νεαρός Ἰάκωβος.

Μόλις ἔδωσε τήν ὑπόσχεσή του, τοῦ φάνηκε ὅτι ἄνοιξε ὁ τοῖχος τοῦ Μοναστηριοῦ, μπῆκε μέσα ὁ Γέροντας καί ξανάκλεισε. Ἔτσι τόν ἔχασε ἀπό τά μάτια του. Ἀμέσως μαζί μέ τόν Ὅσιο χάθηκαν ὅλα. Στό μέρος πού ἦταν ἡ πολιτεία τῶν ἀσκητῶν ἀντίκρισε τήν περιοχή, ὅπως ἦταν. Ἕνας ἄγριος λόγγος, ἕνα ρουμάνι ἀκαλλιέργητο. Τό Μοναστήρι ἀπό ὡραιότατο καί μεγαλόπρεπο τό εἶδε, ὅπως ἦταν, ἕνα ἐρείπιο μέ δύο τρία κελλιά ἑτοιμόρροπα, μέ τίς σκεπές του μισογκρεμισμένες καί τό Καθολικό μικρό καί παραμελημένο· σάν ἐξωκκλήσι φαινόταν κι ὄχι σάν Καθολικό Μοναστηριοῦ.

«Ἐνῶ εἶχα πάει στή Μονή ὡς ἁπλός προσκυνητής, μετά ἀπ’ ὅλα αὐτά ἔβαλα μετάνοια κι ἔδωσα τήν ὑπόσχεσή μου στόν Ἅγιο νά τόν ὑπηρετήσω μέ ὅλη μου τήν καρδιά», ἔλεγε ὁ πατήρ Ἰάκωβος.

Τήν ἐποχή ἐκείνη ζοῦσαν στή Μονή τρεῖς μοναχοί κατά τό ἰδιόρρυθμο σύστημα. Καθένας εἶχε τό κελλάκι του, τήν κουζίνα του καί τά τρόφιμά του. Μόνοι τους μαγείρευαν, ἔτρωγαν, ἔκαναν καί τό κουμάντο τους. Ἡγούμενος τῆς Μονῆς ἦταν ὁ μακαριστός Ἀρχιμανδρίτης π. Νικόδημος, ὁ ὁποῖος ἔμενε στή Λίμνη μέ τίς ἀδελφές του ὡς ἐφημέριος καί Ἀρχιερατικός Ἐπίτροπος. Στό Μοναστήρι ἐρχόταν τακτικά καί ἀφοῦ παρέμενε λίγο, ξαναγύριζε στήν ἐνορία του, στή Λίμνη. Γιά τό Γέροντά του ὁ π. Ἰάκωβος ἔλεγε ὅτι ἦταν ἄνθρωπος ἐνάρετος, ἠθικός καί πολύ ἐλεήμων. Τόση ἀγάπη εἶχε γιά τούς πατέρες πού, ὅταν εἶχε ἐκεῖνα τά χρόνια τῆς φτώχειας καμιά καραμέλα ἤ σοκολατάκια, τούς τάιζε στό στόμα. Εἶχε καί τό χάρισμα τοῦ Θείου λόγου καί ὅταν μιλοῦσε, ὁ κόσμος ἔκλαιγε. Στό Γέροντά του ἔκανε τυφλή ὑπακοή, γιατί, ὅπως ἔλεγε, «ἡ ἀρετή τῆς ὑπακοῆς εἶναι ἡ βάση τῆς μοναχικῆς ζωῆς». Χρειαζόταν ἔτσι πολλές φορές νά κάνει κοπιαστικές πορεῖες τεσσάρων καί πέντε ὡρῶν, νά κατέβει στή Λίμνη, γιά νά πάρει εὐλογία γιά διάφορα θέματα προσωπικά καί τῆς Μονῆς.

Ἀπό τίς πρῶτες ἡμέρες τῆς ἐγκαταβίωσής του στή Μονή συνέβη καί τό ἑξῆς θαυμαστό, διηγιόταν ὁ Γέροντας: «Ἀπό τή φύση μου δέν εἶχα γένεια στό πρόσωπό μου, ἀλλά κάτι λίγες τρίχες ἀραιές. Ἐπειδή ὅμως μοῦ ἄρεσε ὁ Μοναχός νά εἶναι ἱεροπρεπής, μέ γένεια καί μουστάκια πλούσια, παρεκάλεσα τήν Παναγία καί τόν Ἅγιο Δαυΐδ νά βγάλω γένεια. Σέ μία βδομάδα θαυμαστῷ τῷ τρόπῳ φύτρωσε μία πλούσια γενειάδα καί μουστάκια», πού διατηρήθηκαν μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του.

«Στή μοναχική μου ζωή, δέν δυσκολεύτηκα καθόλου», ἔλεγε ὁ Γέροντας, «γιατί ἡ μητέρα μου μέ ἔμαθε νά κάνω πολλές μετάνοιες, καί νά προσεύχομαι. Ἐπειδή τή λυπόμουνα, τόσο πού κουραζόταν, ἔμαθα νά τή βοηθάω καί σέ ὅλες τίς γυναικεῖες δουλειές, πράγμα πού μέ ὠφέλησε πολύ σέ ἀνάλογες ὑποχρεώσεις στό Μοναστήρι».

Ἀπό τήν ἀρχή, ὅπως ὁ ἴδιος ἔλεγε, ἀγάπησε μέ ὅλη του τήν καρδιά τόν Ὅσιο Δαυΐδ. Θεῖος ζῆλος ὑπῆρχε μέσα στήν ψυχή του νά ἐργαστεῖ, ψυχῇ τε καί σώματι γιά τόν Ἅγιο, γιά τή δόξα τοῦ Θεοῦ. Τηροῦσε τό πρόγραμμα τῶν Ἀκολουθιῶν στό Μοναστήρι καί τίς ὑπόλοιπες ὧρες τοῦ εἰκοσιτετραώρου ἐργαζόταν ἀκούραστα μέσα καί ἔξω ἀπό τή Μονή. Τό Μοναστήρι ἦταν ἕνα ἐρείπιο, ἐγκαταλελειμμένο ἀπό χρόνια. Τά κεραμίδια σπασμένα, σκεπές βουλιαγμένες, μάντρες ριγμένες.

Ζῶα σταλίζονταν ἐδῶ κι ἐκεῖ, στήν εἴσοδο τῆς Μονῆς καί γύρω της. Οἰκογένειες τσοπάνηδων εἶχαν ἐξουσία καί λόγο στό χῶρο μέσα κι ἔξω. Τά κτίρια τά χρησιμοποίησαν παλιότερα οἱ ἀντάρτες γιά νοσοκομεῖο καί δέν τά φρόντισαν καθόλου. Καί ὅταν οἱ Γερμανοί γιά ἀντίποινα θέλησαν νά κάψουν τή Μονή, τήν ἔσωσε ἡ αὐτοθυσία τοῦ Μοναχοῦ π. Εὐθυμίου: «Σκοτῶστε ἐμένα καί ἀφῆστε τό Μοναστήρι», τούς εἶπε καί γλίτωσε ἡ Μονή.

Ἡ φτώχεια ἀπερίγραπτη. Σπάνια ἀνέβαινε προσκυνητής. Μόνο στό πανηγύρι τῆς Μονῆς 6 Αὐγούστου τῆς Μεταμορφώσεως καί τήν 1η Νοεμβρίου, γιορτή τοῦ Ἁγίου Δαυΐδ, ἀνέβαιναν ἀπό τά γύρω χωριά οἱ χριστιανοί νά προσκυνήσουν.

Ξεκινώντας ὁ Γέροντας τήν κοινοβιακή του ζωή μέ ὑπακοή καί πύρινο ζῆλο γιά πνευματική καί σωματική ἐργασία, φυσικό ἦταν ν’ ἀντιμετωπίσει δυσκολίες καί πειρασμούς, πού εἶχαν τέτοια ἔνταση καί δριμύτητα, ὥστε στή σημερινή κοντόφθαλμη λογική μας καί ἀσθενική πίστη μας φαίνονται σχεδόν ἀπίστευτα. Ὅμως ἔτσι θέλει ὁ Θεός νά δοκιμάζονται οἱ δικοί του σκληρά καί σχεδόν πάντοτε ἰσόβια. Ὁ κανόνας αὐτός ἐφαρμόστηκε καί στή ζωή τοῦ Γέροντα, πού ἦταν ἕνα ἰσόβιο, ἑκούσιο καί ἀκούσιο μαρτύριο.

Οἱ δύο ἀπό τούς τρεῖς Μοναχούς καί οἱ τσοπάνηδες, πού στάλιζαν τά πρόβατά τους σέ χώρους μέσα στή Μονή, κινούμενοι ἀπό τόν πειρασμό προσπάθησαν παντοιοτρόπως νά ἀποθαρρύνουν τό νέο Μοναχό.

Τό κελλί τοῦ π. Ἰακώβου ἦταν ἕνα ἐρείπιο, χωρίς τζάμια μέ κάτι παλιά παντζούρια, πού δέν ἔκλειναν καλά. Στούς βαρεῖς χειμῶνες ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, ὅταν τά χιόνια ἔφταναν σέ ὕψος μέτρων καί τό κρύο ἦταν ἀφόρητο, ἄναβε ὁ Γέροντας, γιά τό λογισμό, ἕνα μικρό τζάκι μέσα στό παγωμένο κελλί του, ὄχι ὅτι ἔκανε καί τίποτα. Ὅπως χαρακτηριστικά ἔλεγε,

«μπροστά πύρα καί πίσω κλαδευτήρα». Ἀλλά καί ὁ ἀέρας περνοῦσε τό χιόνι ἀπό τή χαραμάδα τῆς πόρτας καί τῶν παντζουριῶν μέσα στό δωμάτιο καί δημιουργοῦσε ἕνα λευκό δρομάκι στό πάτωμα. Ἡ στέρηση τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων ἀγαθῶν καί τῶν χειμερινῶν ἀκόμη ρούχων καί παπουτσιῶν τόν ἔκαναν μέ τίς βροχές, τούς πάγους καί τό χιόνι νά τρέμει σύγκορμος καί νά ἀρρωσταίνει συχνά.

«Ἔπαιρνα ἕνα δαδί», ἔλεγε ὁ Γέροντας (ποῦ λάμπες καί πολυτέλεια, οὔτε καντήλι δέν ὑπῆρχε στό κελλί τοῦ φτωχοῦ Μοναστηριοῦ) «καί στιχολογοῦσα μέχρι τό πρωί ὅλο τό Ψαλτήρι. Πολύ μοῦ εἶναι, σκεφτόμουν, πού ἔχω κεραμίδια πάνω ἀπό τό κεφάλι μου. Οἱ στυλίτες δέν εἶχαν τίποτα. Ἄν ἤμουν στή σπηλιά ἐρημίτης, θά εἶχα τά καλά τοῦ κελλιοῦ, ἔστω καί ἐρειπωμένου; Μ’ αὐτές τίς σκέψεις παρηγοριόμουν». Ἔτσι ζεσταινόταν μέ τή φωτιά πού ζέσταινε καί ζεσταίνει τούς ἀσκητές καί ἐρημίτες καί τούς στυλίτες.

Ὁ π. Ἰάκωβος σέ ὅλα αὐτά ἀντέτασσε τήν πίστη, τήν ταπείνωση καί τήν ἀγάπη, ἀρετές πού εἶχε ὁ Γέροντας, καί μέ ἀπίστευτη ἁπλότητα τό ὁμολογοῦσε ὅτι τίς εἶχε, δοξάζοντας τό Θεό πού τοῦ τίς χάρισε. Προσπαθοῦσε νά συμμαζέψει τή Μονή. Τελειώνοντας τίς Ἀκολουθίες ἔτρεχε παντοῦ, ἔξω καί μέσα στή Μονή. Ἀσχολιόταν μέ μαστορικές ἐργασίες, ἐπιδιορθώσεως τῶν ἐρειπωμένων κτισμάτων, ἔκανε τόν κτίστη, τό μαραγκό, τόν ἐργάτη, ὥστε νά φτιάξει μερικά κελλιά καί νά μπορεῖ νά φιλοξενηθεῖ ἕνας προσκυνητής. «Τίς γύρω ἀπό τή Μονή ἀκαλλιέργητες ἐκτάσεις τίς ἔσκαψα», ἔλεγε, «τίς λίπανα, τίς καλλιέργησα, ἐργαζόμενος σκληρά. Ἐκεῖ φύτευα φασόλια, ρεβίθια, φάβα κ.λ.π., νά ἔχουμε κι ἐμεῖς στό Μοναστήρι, ἀλλά κι ἐλεημοσύνη νά μποροῦμε νά κάνουμε στούς φτωχούς ἀνθρώπους τῆς γύρω περιοχῆς».

Ἡ βία πού ἀσκοῦσε στόν ἑαυτό του γιά τό καθετί ἦταν τό κύριο χαρακτηριστικό του. Ἡ φτώχεια ἐκείνη τήν ἐποχή ἦταν ὁ κανόνας, ὅμως ὁ π. Ἰάκωβος ἀσκοῦνταν στήν ἀρετή τῆς νηστείας καί ἐγκράτειας σέ τόσο μεγάλο βαθμό πού ἐγκρατευόταν ἀκόμη καί τό νερό. Ἔπινε νερό μόνο τά Σαββατοκύριακα! Ὁ Χριστός τοῦ ἔγινε καί τροφή καί νερό καί ἔνδυμα καί ἀγαλλίαση καί εὐφροσύνη. Ἔτσι τό γραφικό: «Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ βιάζεται καί βιασταί ἁρπάζουσιν αὐτήν» ἐφαρμόσθηκε πλήρως ἀπό τόν Γέροντα.

Ἡ παρουσία τοῦ Ἰακώβου στή Μονή ἐξασφάλιζε τήν εὔρυθμη λειτουργία της. Ὁ Ἡγούμενος π. Νικόδημος, πού τόν περισσότερο καιρό ἔμενε στή Λίμνη, φρόντισε νά τόν κάνει γρήγορα Μοναχό. Ἡ μοναχική κουρά του ἔγινε στίς 30 Νοεμβρίου. Τήν ἑπόμενη μέρα ὁ π. Νικόδημος τόν ἔκανε Οἰκονόμο τῆς Μονῆς καί τοῦ ἀνέθεσε ὅλες τίς εὐθύνες, γιατί ὡς Γέροντάς του εἶχε πειστεῖ ὅτι ἦταν ὁ κατάλληλος ἄνθρωπος. Ὁ Ἡγούμενος π. Νικόδημος ἦταν ἱκανός ἄνθρωπος, ἀγαποῦσε τή Μονή κι ἔκανε ὅ,τι μποροῦσε γιά τήν ἀνακαίνισή της. Στόν ὑποτακτικό του π. Ἰάκωβο ἔδειχνε ἰδιαίτερη ἐμπιστοσύνη, ἐκτίμηση καί ἀγάπη. Πολλές φορές, γιά νά τόν ἀνεβάσει πνευματικά τόν δοκίμαζε. Αὐτός ὁ πραότατος ἔκανε τόν ὀργίλο, αὐτός ὁ δίκαιος προσποιοῦνταν τόν ἄδικο, αὐτός ὁ διακριτικός συμπεριφερόταν ἀδιάκριτα. Καί ὅταν ἔβλεπε ὅτι τό πνευματικό του τέκνο ἀντιμετώπιζε τή δοκιμασία μέ ταπείνωση καί πραότητα, χαρούμενος γιά τήν προκοπή του τοῦ ἔλεγε χτυπώντας τον στήν πλάτη: «Χαίροις, ἀσκητά Ἰάκωβε!». Κάποτε ἔστειλε γραπτή ἐντολή στόν π. Ἰάκωβο νά στείλει ἕναν ἐργάτη, πού εἶχαν ἐκεῖ στή Μονή, γιά νά τρώει ἕνα κομμάτι ψωμί, νά πάει στή Λίμνη, γιά νά παραλάβει ὁρισμένη ποσότητα λαδιοῦ καί νά τό μεταφέρει στή συνέχεια στή Μονή. Πῆρε ὁ π. Ἰάκωβος τό γράμμα, τό πῆγε στό ναό μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Δαυΐδ, τοῦ διάβασε τήν ἐντολή καί μετά ἔστειλε τόν ἐργάτη στή Λίμνη. Κατεβαίνοντας ὁ ἐργάτης στή Λίμνη συναντήθηκε στό δρόμο μέ τόν Ἡγούμενο, πού πήγαινε γιά μιά ἐπείγουσα ὑπόθεση στόν ἐλαιώνα τῆς Μονῆς. Στή συζήτηση πού ἔγινε, ὁ Ἡγούμενος ἔδειξε ὅτι ἀγνοοῦσε τήν ἐντολή αὐτή. Ἔτσι ὁ ἐργάτης ἐπέστρεψε ἄπρακτος στή Μονή. Ἀργότερα ἔφτασε στή Μονή καί ὁ Ἡγούμενος. Ὁ π. Ἰάκωβος ἔτρεξε στήν εἴσοδο νά τόν ὑποδεχτεῖ, ἀλλά αὐτός τόν ἐπετίμησε λέγοντάς του αὐστηρά·

Τί εἶναι αὐτά; Πῶς ἔστειλες τόν ὑπάλληλο στή Λίμνη χωρίς νά σοῦ δώσω εὐλογία; Τί εἶναι αὐτά τά πράγματα πού κάνεις χωρίς εὐλογία;

Γέροντα ἐγώ τόν ἐργάτη τόν ἔστειλα κατόπιν τῆς γραπτῆς ἐντολῆς σας, πού τή διάβασα καί στόν Ἅγιο Δαυΐδ. Ἄν ὅμως νομίζεις πώς πρέπει νά μέ ἐπιτιμήσεις, ὅπως νομίζεις», τοῦ εἶπε ἔκπληκτος ὁ π. Ἰάκωβος.

Ποῦ εἶναι τό γράμμα; Νά μοῦ τό δείξεις, τοῦ λέει ὁ Ἡγούμενος.

Ἔτρεξε ὁ π. Ἰάκωβος στό κελλί του, πῆρε τό γράμμα τοῦ Ἡγουμένου, ἄναψε ἕνα σπίρτο καί τό ἔκαψε στό τζάκι. Ἔφτασε πίσω του καί ὁ Γέροντάς του λαχανιασμένος καί τοῦ εἶπε:

Τί χαρτιά καῖς ἐκεῖ;

– Τίποτα, Γέροντα, κάτι ἄχρηστα χαρτιά καίω, συγχωρέστε με, γιατί εἴχατε δίκιο, τοῦ ἀπάντησε.

Τότε εἶδε τό Γέροντά του νά μαλακώνει, νά χαμογελάει καί ἀμίλητος νά φεύγει ἀπό τό κελλί του. «Ἤ τό ἔκανε γιά νά μέ δοκιμάσει ἄν θά ζητοῦσα τό δίκαιό μου, ἤ πραγματικά τόεἶχε ξεχάσει, γιατί εἶχε καί ζάχαρο. Ὁ Θεός ξέρει· πάντως ἐγώ δέν τόν λύπησα», ἔλεγε ὁ π. Ἰάκωβος.

Ὁ π. Ἰάκωβος εὐλαβεῖτο πολύ καί ἐμιμεῖτο στή ζωή του τόν Ὅσιο Δαυΐδ. Ὅταν νύχτωνε, ἄνοιγε τό πίσω πορτάκι τῆς Μονῆς καί μέσα στή νύχτα, ὅταν οἱ ἄλλοι κοιμόντουσαν, ξεκινοῦσε γιά τό ἀσκητήριο τοῦ Ἁγίου, γιά τή νυχτερινή του προσευχή. Ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Τότε δέν ὑπῆρχε δρόμος, ἕνα στενό μονοπάτι ἦτο, καί ἐμεῖς, μακριά ἀπό τόν κόσμο, δέν εἴχαμε τόν τρόπο μας νά κινηθοῦμε τή νύχτα. Οὔτε ἕνα φανάρι δέν εἴχαμε. Τόσο πόθο ὅμως εἶχα νά πηγαίνω τά βράδια στό ἀσκητήριο τοῦ Ἁγίου μας καί ἄς εἶμαι ἐκ φύσεως δειλός, πού τολμοῦσα νά πάω. Καθ’ ὁδόν ὅμως, ἀφοῦ δέν ἔβλεπα, ἔπεφτα μέσα σέ αὐλάκια καί χαράδρες καί ἔτσι ἦταν ἀδύνατο νά φτάσω. Τότε παρεκάλεσα τό Θεό νά μοῦ φωτίσει τόν δρόμο, νά φτάσω στό ἀσκητήριο. Καί ὁ καλός Θεός ἄκουσε τό αἴτημά μου. Ἀπό τά πολλά ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ μοῦ ἔδωσε κι ἐμένα ἕνα. Αὐτό πήγαινε μπροστά καί μοῦ ’φεγγε τό δρόμο. Ἐγώ ἀπό πίσω του. Ἔτσι ἔφτανα στό ἀσκητήριο». Πολλές φορές τόν περίμενε καί ὁ Ἅγιος ὁλοζώντανος καί τοῦ ἔλεγε· «κάθισε, ἀναπαύσου». Ἀπό εὐλάβεια περίμενε νά βγεῖ ἀπό τό σπήλαιο ὁ Ἅγιος καί μετά ἔκανε ὁλονύκτια δέηση στόν Κύριο. «Μετά πάλι μπροστά ὁ ἀστέρας μοῦ ἔφεγγε μέχρι τήν πόρτα τῆς Μονῆς. Οἱ πατέρες ἐκάθευδον καί τίποτα δέν καταλάβαιναν ἀπό ὅλα αὐτά! Χτυποῦσα τότε τό καμπανάκι, γιατί ἦταν ἡ ὥρα τῆς πρωινῆς Ἀκολουθίας».

Οἱ ἀσκητικοί του ἀγῶνες πράγματι ἦταν ἐφάμιλλοι τῶν παλαιῶν Ὁσίων, πού ἀναφέρονται στά Γεροντικά, ἀλλά καί οἱ πνευματικές ἐμπειρίες, πού ἔζησε ὡς ἀνταμοιβή, μοναδικές. Πολλές φορές ἀφηγοῦνταν κάποιες ἀπό αὐτές στούς προσκυνητές γιά τήν πνευματική τους ὠφέλεια. Ἀναφέρουμε ἐνδεικτικά:

«Διάβαζα κάποτε στό Εὐαγγέλιο», εἶπε ὁ Γέροντας,

«στενή καί τεθλιμμένη ἡ ὁδός ἡ ἀπάγουσα εἰς τήν ζωήν, καί εἶπα τί εἶναι αὐτή ἡ στενή ὁδός; Καί τότε βλέπω ὅτι βρέθηκα, πνευματικῷ τῷ τρόπῳ, σ’ ἕνα μέρος ποῦ ὑπῆρχε ἕνα στενό μονοπάτι σάν σωλήνας κι ἔπρεπε νά περάσω ἀπό μέσα. Εἶπα, πῶς μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά περάσει ἀπό ἐδῶ μέσα, θά σκάσει. Τότε προσπάθησα καί μέ μεγάλη δυσκολία προχωροῦσα, μέ στενοχώρια ἀνυπόφορη, μέ χέρια καί πόδια προχωροῦσα καί κάποτε βγῆκα ἀπό τό φοβερό ἐκεῖνο μονοπάτι. Ἀπό τό μονοπάτι αὐτό μόνον ἐγώ καί ὁ Γέροντάς μου περάσαμε».

«Ἄλλοτε εἶδα ὅτι βρέθηκα μπροστά σ’ ἕνα βάραθρο φοβερό, ἕνα χάος ἀμέτρητο. Πάνω σ’ αὐτό τό βάραθρο ὑπῆρχε μία χρυσή λεπτή γέφυρα, ἕνα δάχτυλο τό φάρδος της κι ἔπρεπε νά περάσω ἀπέναντι. Ἔβλεπα ἀπέναντι ἕνα πανευφρόσυνο μέρος γεμάτο φῶς. Προχωροῦσα βηματίζοντας ἀργά, μέ μεγάλη προσοχή, γιατί ἄν ἔπεφτα κάτω σ’ ἐκεῖνο τό χάος, θά χανόμουν σίγουρα. Ἐνῶ λοιπόν εἶχα τέτοια ἀγωνία, ξαφνικά ἀρχίζει ἡ χρυσή αὐτή γέφυρα νά κουνιέται ἐπικίνδυνα, νά κλυδωνίζεται μέ κίνδυνο νά πέσω. Γυρίζω γιά νά δῶ ποιός τήν κουνάει καί τί νά δῶ! Εἶδα τά πρόσωπα μερικῶν πατέρων, ἀδελφῶν τῆς Μονῆς, πού κουνοῦσαν τή γέφυρα καί τούς λέω: Πατέρες, γιατί κουνᾶτε τή γέφυρα, δέ βλέπετε πώς ἄν πέσω θά χαθῶ σ’ αὐτό τό βάραθρο; Πάντως ὁ πολύς δρόμος τῆς γέφυρας εἶχε τελειώσει καί μόνο πολύ λίγη ἀπόσταση ἔμενε, γιά νά περάσω ἀπέναντι».

Κάποτε πέρασε ἀπό τό προσκύνημα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ρώσσου καί προσκυνώντας τόν Ἅγιο τόν εἶδε ζωντανό μέσα στή λάρνακά του καί τόν ρώτησε πῶς περνοῦσε στή Μικρά Ἀσία, τί ἀρετές εἶχε καί ἁγίασε. Καί ὁ Ἅγιος τοῦ ἀπάντησε: «Μέσα στή σπηλιά πού ἦταν στάβλος κοιμόμουνα καί μέ τά ἄχυρα σκεπαζόμουνα τό χειμώνα, γιά νά μήν κρυώνω.

Εἶχα καί τήν ταπείνωση καί τήν πίστη. Περίμενε, πάτερἸάκωβε, γιατί ἦρθαν τώρα δύο ἄνθρωποι καί μέ παρακαλοῦν γιά ἕνα παιδί ἄρρωστο. Περίμενε νά πάω νά τό βοηθήσω». Ξαφνικά ἄδειασε ἡ λάρνακα, γιατί ὁ Ἅγιος ἔφυγε. Σέ λίγη ὥρα ξαναγύρισε, τόν εἶδε νά τακτοποιεῖται μέσα στή λάρνακά του σάν ἕνας ἄνθρωπος.

«Ἄλλοτε», διηγεῖτο ὁ Γέροντας, «διάβαζα τό βίο τοῦ Ἁγίου Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ. Στό σημεῖο πού ἔλεγε ὁ Ἅγιος ὅτι εἶδε τά σκηνώματα τοῦ Παραδείσου, “ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Πατρός μου πολλαί μοναί εἰσι”, σκέφτηκα, πῶς νά εἶναι Θεέ μου, αὐτές οἱ Μονές; Ξαφνικά μοῦ ἔπεσε τό βιβλίο ἀπό τά χέρια καί βρέθηκα σ’ ἕνα μέρος ὡραιότατο. Μπροστά μου ἦταν ἕνας δρόμος κατάφυτος μέ βιολέτες, ὅλες στό ἴδιο ὕψος καί πυκνοφυτευμένες, εὐωδιαστές καί δίπλα μου στεκόταν ἕνας Γέροντας, ὁ Ἅγιος Δαυΐδ ἦταν. Ἤθελα νά προχωρήσω καί δίσταζα νά μή σπάσω τά λουλούδια. Ἔλεγα μάλιστα ποιός τά φύτεψε τόσο πυκνά. Ἄν ἦταν λίγο ἀραιότερα θά ἔβαζα τό πόδι μου ἀνάμεσα καί δέ θά τά ἔσπαζα καί δίσταζα νά προχωρήσω. Τότε μοῦ λέει ὁ Γέροντας:

Προχώρα, προχώρα, προχώρα, πάτερ Ἰάκωβε, μή φοβᾶσαι τά λουλούδια αὐτά δέν εἶναι σάν καί κεῖνα πού ξέρεις, δέ σπάζουν.

Καθώς προχωροῦσα, τά πατοῦσα καί δέν σπάζανε. Βλέπω δεξιά μου, ἕναν ἀπότομο κατήφορο, χωματόδρομο, πολύ ἐπικίνδυνο καί λέω:

Τί δρόμος κατηφορικός εἶναι αὐτός; Ἄν περάσει κανένα αὐτοκίνητο θά κινδυνέψει.

– Ἐδῶ, πάτερ Ἰάκωβε, δέν ὑπάρχουν αὐτοκίνητα, μοῦ λέει ὁ Γέροντας, ἄσ’ τον αὐτόν τόν δρόμο, μήν τόν κοιτάζεις καθόλου, ἐσύ βάδιζε τόν δρόμο πού βαδίζεις.

Βαδίζαμε λοιπόν στόν ἀνθισμένο αὐτό δρόμο καί λέω:

Ἄς κοιτάξω τί ὑπάρχει γύρω. Βλέπω κάτι ὡραιότατα σπιτάκια, ἀραιοκατοικημένα, σάν παλατάκια, μέ τίς περιφράξεις τους μέ τίς ἐξώπορτές τους, γεμάτα λουλούδια καί ὀμορφιά καί φῶς, ἀλλά ἦταν ἐντελῶς ἄδεια, δέν ὑπῆρχε κανείς ἄνθρωπος μέσα. Λέω τότε στό Γέροντα πού μέ συνόδευε:

– Γέροντα, τί ἡσυχία καί τί ὀμορφιά εἶναι αὐτή; Ἄς εἶχα καί ἐγώ ἕνα τέτοιο σπιτάκι νά κάθομαι στήν ἡσυχία, νά κάνω τήν προσευχή μου, γιατί ἐγώ εἶμαι ἄνθρωπος τῆς ἡσυχίας.

Τότε ὁ Γέροντας μέ τό χέρι του μοῦ ἔδειξε τό σπιτάκι πού ἦταν γιά μένα. Ἀμέσως ὅμως βρέθηκα στό κελλί μου καί εἶπα: Γιατί ξαναγύρισα σ’ αὐτόν τόν κόσμο; Ἄχ, νά μή ξαναγύριζα, ἀλλά νά ἔμενα γιά πάντα ἐκεῖ!».