Ψυχωφελές κείμενο
ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)
Ἐπιθέσεις τοῦ πειρασμοῦ
Πλατφόρμα ἀναγνώσεως, ἀναζητήσεως καὶ νοηματικῆς πλοηγήσεως πατερικῶν καὶ βιβλικῶν κειμένων
Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.
Χρήση του Αναγνωστηρίου
Γρήγορη εύρεση Αναζητήστε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής.
Αναλυτική επιλογή Επιλέξτε πηγή και κατόπιν συγγραφέα, έργο, κεφάλαιο ή βιβλικό χωρίο.
Εργαλεία μελέτης Κατά την ανάγνωση μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μετάφραση, σελιδοδείκτες, σημειώσεις και τις προσωπικές ρυθμίσεις εμφάνισης.
Ψυχωφελές κείμενο
Ἐπιθέσεις τοῦ πειρασμοῦ
Ὁ Γέροντας ἀπό τή νεαρή του ἡλικία εἶχε ἐμπειρίες ἀπό τόν πειρασμό. Μία φορά ὁ νεαρός Ἰάκωβος ρώτησε τόν πατέρα του, ἄν βλέπει τόν πειρασμό, καί τοῦ τόν ἔδειχνε. Ἐκεῖνος δέν ἔβλεπε τίποτα, ἐνῶ ὁ Ἰάκωβος ἔβλεπε ἕναν δαίμονα κατάμαυρο, μέ μάτια μεγάλα γουρλωμένα καί κόκκινα, ὅπως ἡ φλόγα.
Στό ἴδιο ἐκεῖνο σημεῖο πού εἶχε δεῖ ἄλλοτε τόν πειρασμό τοῦ συνέβη καί τό ἑξῆς, ἀφηγεῖται ὁ Γέροντας: «Γύριζα ἀπό κάποια δουλειά, καβάλα σέ ἕνα γαϊδουράκι καί ὅταν ἔφθασα ἐκεῖ τό ζῶο ξαφνικά σταμάτησε καί ξεφυσοῦσε φοβισμένο, χτυποῦσε τά πόδια του χωρίς νά προχωράει καθόλου, γιατί ὁ πειρασμός ἦταν ξαπλωμένος στή μέση του δρόμου, μέ σκοπό νά μέ ρίξει ἀπό τό ζῶο καί νά μοῦ κάνει κακό. Ἐγώ ἔκανα τήν προσευχή μου, ἔκανα τό Σταυρό μου, ἐπικαλέστηκα καί τόν Ἅγιο Γεώργιο, πού ἐκεῖ κοντά εἶχε κάποιο ἐξωκκλήσι του, καί τότε τό ζῶο κάνοντας ἕνα τεράστιο ἅλμα, σάν νά ὑπῆρχε μπροστά μας μεγάλο ἐμπόδιο, πέρασε μέ μεγάλο κίνδυνο καί δικό μου καί δικό του. Πῶς μέ φύλαξε ὁ Θεός καί κρατήθηκα στό σαμάρι καί δέν σκοτώθηκα! Ἦταν θαῦμα!». Ὁρισμένοι τόποι, εἶναι κατοικητήρια τῶν ἀκάθαρτων πνευμάτων, ἔλεγε.
Ὅλες οἱ δοκιμασίες καί ταλαιπωρίες πού ἀντιμετώπισε ὁ Γέροντας πηγαίνοντας στό Μοναστήρι, −ἀπίστευτη φτώχεια, ἐρειπωμένο καί παγωμένο κελλί, στέρηση ἀκόμη καί τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων ἀγαθῶν πολλές φορές, δύσκολες ἀνθρώπινες συμπεριφορές− στιγμάτιζαν τό σῶμα του, ἀλλά καμιά δέ βρῆκε τήν ψυχή του, καμιά δέν πείραξε τό πνεῦμα του. Ἀλλά κι ὁ σατανάς δέν ἔπαυε νά τόν πολεμᾶ χρησιμοποιώντας ὅλα τά τεχνάσματά του. Δέν ἀρκοῦνταν στόν πνευματικό, τόν ἀόρατο πόλεμο πού τσακιζόταν πάνω στήν ὑπακοή, τήν προσευχή, τήν πραότητα καί τήν ταπείνωση τοῦ Γέροντα, ἀλλά τόν πολέμησε καί αἰσθητά, ὁρατά καί περισσότερο ἀπό τότε πού ἀνέλαβε τίς μεγάλες εὐθύνες τῆς Ἡγουμενίας.
Ἕνας βοσκός τῆς περιοχῆς μεγάλο πειρασμό προξένησε στόν πράο καί ταπεινό Γέροντα. Ἐπειδή διαπίστωσε ὅτι ὁρισμένα πρόβατά του κατασπαράχτηκαν ἀπό ἄγρια σκυλιά ἀδέσποτα, ὑπέθεσε, ἀπό τόν πειρασμό κινούμενος, ὅτι ἕνα σκυλάκι δεμένο πού φύλαγε τίς κότες τῆς Μονῆς, ἦταν ἡ αἰτία γιά τή ζημιά του. Παρά τίς διαβεβαιώσεις τοῦ Γέροντα ὅτι αὐτό δέν εἶναι ἀλήθεια, ἔκανε μήνυση ἐναντίον τῆς Μονῆς, στήν ὁποία ἔγραφε ὅτι «ὁ π. Ἰάκωβος Τσαλίκης, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀγέλες κυνῶν, εἶναι ὑπαίτιος γιά τήν κατασπάραξη τοῦ ποιμνίου μου». Ἔλεγε λοιπόν ὁ Γέροντας: «Ἐνῶ ἤμουν στενοχωρημένος, βλέπω στήν ἄκρη τῆς αὐλῆς τῆς Μονῆς ἕναν πολύ ἀδύνατο καί ψηλό νά στέκεται καί νά μέ κοιτάζει. Ἀμέσως βρέθηκε στή στέγη τῆς Μονῆς καί εἶπε: “Σοῦ ’φερα τήν κλήση γιά τό δικαστήριο, ἐγώ τά προκάλεσα ὅλα”. Ἦταν ὁ πειρασμός ὀφθαλμοφανής, διότι ἤμουν πολύ στενοχωρημένος, πῶς νά πάω στό δικαστήριο ἱερωμένο πρόσωπο!». Τελικά τό θέμα τακτοποιήθηκε.
Τήν ἄλλη μέρα, μέσα στό κελλί του, τήν ὥρα πού ἑτοιμαζόταν ν’ ἀρχίσει τήν πολύωρη προσευχή κι ἔβαζε λιβάνι στό θυμιατό, ἕνας τρομακτικός σκελετός φάνηκε μπροστά του. Ξεκρέμασε ὁ Γέροντας τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας, τήν πρότεινε καταπάνω του κι ἐξαφανίστηκε. Αὐτό ἔγινε πολλές φορές. Ἄλλοτε ὁ Σατανάς πῆρε τή μορφή ἀπαίσιου μεγαλόσωμου τράγου καί πῆγε νά χτυπήσει τό Γέροντα κατά πρόσωπο.
Κάποιο βράδυ, ἐκεῖ πού ἔκαναν οἱ Πατέρες τό Ἀπόδειπνο στό κελλί τοῦ Γέροντα, ἕνας ἀπό τούς ἀδελφούς θέλησε νά πάει στό κελλί του νά πάρει κάποιο βιβλίο. Ἀνοίγοντας τήν πόρτα τοῦ κελλιοῦ βλέπει ὁ Γέροντας ἀπ’ ἔξω τόν πειρασμό μέ γυναικεία μορφή, πού ἔκανε ἄσεμνες κινήσεις λέγοντας ἀδιάντροπα λόγια. Πῆρε τότε τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας καί βγῆκε ἔξω λέγοντας: «Ὑπό τήν σήν εὐσπλαγχνίαν καταφεύγομεν, Θεοτόκε...», ὁπότε, ὅπως φεύγει ἡ ὀβίδα σφυρίζοντας, ἔτσι ἐξακοντίστηκε ὁ πειρασμός, πέρασε πάνω ἀπό τά κεραμίδια τῆς Μονῆς καί ἔσκασε στό ἀπέναντι βουνό μέ ἐκκωφαντικό θόρυβο.
Ἕνα πρωινό, χαράματα, βγαίνοντας ὁ Γέροντας ἀπό τό κελλί του νά πάει στήν Ἐκκλησία, εἶδε ἕνα μεγάλο μαῦρο σκυλί νά στέκεται ἔξω ἀπό τήν πόρτα του. Πρίν βγεῖ ἀπό τήν πόρτα τοῦ κελλιοῦ του, ὅπως πάντα, ἔκανε τό σταυρό του. Βλέποντας τό σκυλί, τό σκούντησε μέ τό πόδι του λέγοντας:
«Ἐδῶ κοιμήθηκες ἀπόψε;». Καθώς προχώρησε λέγοντας τήν εὐχή «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ...» καί ξανακάνοντας τό σταυρό του γύρισε καί εἶδε ὅτι τό σκυλί ἐξαφανίστηκε. «Ἦταν ὁ πειρασμός, πού περίμενε γιά νά μέ ρίξει κάτω ἀπό τή σκάλα, ἀλλά ἡ δύναμη τοῦ Τιμίου Σταυροῦ μέ φύλαξε», εἶπε ὁ Γέροντας.
Ἄλλη φορά ἀνεβαίνοντας γιά τό ἀσκητήριο, ὅπως συνήθιζε, γιά νά προσευχηθεῖ, τοῦ ἐπιτέθηκε ἀπαίσιο μαῦρο σκυλί. Ἦταν ἄγριο καί προκαλοῦσε τρόμο. Ἡ ἀγριότητά του τόν ἔκανε ἀμέσως νά καταλάβει ὅτι ἦταν ὁ δαίμονας μεταμορφωμένος, γιά νά μήν τόν ἀφήσει νά προσευχηθεῖ. Ἀμέσως ἔβγαλε τόν ξύλινο σταυρό, τόν πρότεινε κατά τό σκυλί καί αὐτό ἐξαφανίστηκε. Παραπάνω, ἐνῶ προχωροῦσε, ἄκουγε γύρω του θορύβους δυνατούς, ἀπαίσιο κρώξιμο καί ἄλλα.
Ἕνα βράδυ ἐκεῖ στό ἀσκητήριο στήν προσπάθειά τους οἱ δαίμονες νά ἐμποδίσουν τίς θερμές δεήσεις του, μετασχηματίσθηκαν σέ σμῆνος ἀπό σκορπιούς. Δέν τόλμησαν ὅμως νά περάσουν τόν κύκλο πού χάραξε μέ μιά πετρούλα γύρω του ὁ Γέροντας. Ἔδινε πιά ἐντολή καί στούς δαίμονες! (Βλ. ἐκτενέστερα στήν ἑνότητα «Εἶπε ὁ Ὅσιος Γέρων Ἰάκωβος...»).
Ὁ Γέροντας συχνά διηγιόταν τή φοβερώτατη, σῶμα μέ σῶμα, ἐπίθεση πού δέχτηκε ἀπό τόν πειρασμό, πού λυσσομανοῦσε ἐναντίον του, μήν μπορώντας νά ἀντέξει τήν ἐνάρετη καί ἀσκητική βιοτή του:
Ἐπιδιορθώνοντας τά δωμάτια τῆς Μονῆς κάποια ἡμέρα, λίγο πρίν τό μεσημέρι, ἐπειδή κουράστηκε καί τοῦ πόνεσε πολύ ἡ μέση του, ξάπλωσε σ’ ἕνα κρεββάτι ἑνός δωματίου, γιά λίγη ξεκούραση. Ξαφνικά ἄνοιξε ἡ πόρτα καί μπῆκε βίαια ἕνας στρατιώτης μέ κάτι παλιές γκέτες, μέ ἕνα μόνο μάτι στό μέτωπο καί φώναζε ἀγριεμένος: «Ἐδῶ εἶσαι λοιπόν; Τώρα θά δεῖς τί θά πάθεις». Καί μαζί μέ αὐτόν μπῆκαν στό δωμάτιο περίπου δεκαοκτώ δαίμονες μέ διάφορες μορφές σάν ἄνθρωποι, σάν πίθηκοι κ.λ.π. Ὅρμηξαν ἐπάνω του καί ἄρχισαν νά τόν χτυποῦν καί νά τόν βασανίζουν. Προσπάθησε νά κάνει τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ, ἀλλά τρεῖς ἀπό αὐτούς τοῦ κρατοῦσαν τό χέρι κι ἕνας τοῦ ἄνοιγε τά δάχτυλα ὥστε νά μήν μπορέσει νά σχηματίσει μέ τά τρία δάχτυλά του τό σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Τά χτυπήματα καί τά βάσανα πού ὑπέφερε δέν περιγράφονται. Ἀπό τή μύτη του καί ἀπό τό στόμα του ἔτρεχαν αἵματα, τά χείλη του πρησμένα, τά γένεια του καί τά μαλλιά του μαδημένα. Τά δάχτυλά του στραμπουληγμένα, ὁ ὦμος του σχεδόν βγαλμένος, τά αὐτιά του ν’ ἀκοῦν τά γεμάτα μίσος λόγια τους. Ὁ ἕνας τοῦ ἔλεγε: «Ἐγώ εἶμαι πού σέ πιάνω ἀπό τό λαιμό καί δέν σ’ ἀφήνω νά διαβάσεις καθαρά». Ὁ ἄλλος:
«Ἐγώ εἶμαι πού σοῦ κάνω τό τάδε», κ.λ.π. Ὁ καθένας τοῦ ἀνέφερε καί τούς πειρασμούς πού τοῦ προξενοῦσε.
Κάποια στιγμή ἐπιτέλους μπόρεσε κι ἀπελευθέρωσε τό χέρι του κι ἔκανε τό σταυρό του. Οἱ δαίμονες ἀμέσως πήδηξαν ἀπό τό παράθυρο καί ἔφυγαν ἀφήνοντάς τον μισοπεθαμένο. Μέ πολλή δυσκολία κατέβηκε στήν κουζίνα, ὅπου ἦταν μιά γιαγιά προσκυνήτρια, πού μόλις τόν εἶδε τρόμαξε.
Δέν ἀνέβηκες πάνω γιαγιά νά μέ βοηθήσεις, οἱ δαίμονες μέ σκότωσαν στό ξύλο, τῆς εἶπε.
Ἄκουγα, πάτερ Ἰάκωβε, τά χτυπήματα καί τό θόρυβο, ἀλλά νόμιζα ὅτι ἐργαζόσουν καί χτυποῦσες ἐσύ, τοῦ ἀπάντησε.
Τό ἴδιο ἐπανέλαβαν κι ἄλλη φορά.Μιά Κυριακή, ἀφοῦ κατέβηκε ἀπό τό ἀσκητήριο, ἔκανε τόν Ὄρθρο, πῆγε ἔπειτα σέ χωριό νά λειτουργήσει καί τέλος ἀνέβηκε στό χωριό Δρυμώνα νά τελέσει τό μυστήριο τοῦ γάμου. Ἐπιστρέφοντας στή Μονή ἕνας γεροδεμένος νέος βοσκός τόν συνόδευσε μέχρι τό μεγάλο ρέμα, λίγο πρίν ἀπό τό Μοναστήρι. Ὁ π. Ἰάκωβος δέν ἔβλεπε τό λόγο νά κουραστεῖ, ἀλλά στήν ἐπιμονή τοῦ νέου ἔμαθε ὅτι ἔπρεπε νά τόν προστατέψει, ἀφοῦ ἄλλοι τσοπάνηδες καί χωρικοί εἶχαν συνεννοηθεῖ νά χτυπήσουν τόν π. Ἰάκωβο, πού τούς χαλοῦσε τά σχέδια ἐκμετάλλευσης τῶν χώρων τῆς Μονῆς. Ἔχει ὁ πειρασμός τά ὄργανά του, ἀλλά ἔχει καί ὁ Θεός τούς δικούς Του. Ὁ π. Ἰάκωβος ὅλες αὐτές τίς δοκιμασίες καί τούς πειρασμούς ἀλλά καί πολλούς ἄλλους τούς ἀντιμετώπιζε μέ τήν ἀκλόνητη πίστη του στό Θεό, τή θεία ἀγάπη του πρός τόν Ὅσιο Δαυΐδ, τήν πραγματικά ἰώβειο ὑπομονή του, τήν ἄκαμπτη καρτερία, τήν πραότητά του καί τήν ἄπειρη ἀγάπη του πρός ὅλους.
Ἔργον
Κείμενο
Ανοίγει το σχετικό χωρίο σε νέο παράθυρο.